σημειωματαριο κηπων

Μαρτίου 8, 2012

η νάντια η άννα και ο όσιπ

.

.

       

.

   «…τή θυμάμαι στο δωματιάκι της // ή κουρνιασμένη στην άκρη τού καναπέ στο διαμέρισμα τής αχμάτοβα, που κάπου–κάπου επισκεπτόταν κρυφά στο λένινγκραντ //

   σχεδόν σού κόβει τήν ανάσα τό γεγονός ότι έγραψε και τούς δύο τόμους στα εξηνταπέντε της χρόνια //

   και ως άνθρωπος και ως συγγραφέας υπήρξε γέννημα δύο ποιητών με τούς οποίους συνδέθηκε άρρηκτα η ζωή της : τού μαντελστάμ και τής αχμάτοβα. Και τούτο όχι μόνο επειδή ο πρώτος υπήρξε σύζυγός της και η δεύτερη φίλη της μια ολόκληρη ζωή // χρόνια ολόκληρα δεν συναντιόταν με τήν αχμάτοβα, και στα γράμματα δεν μπορούσε να έχει καμιά εμπιστοσύνη. Γενικά τό χαρτί ήταν είδος επικίνδυνο. Ο μηχανισμός που ενίσχυσε τούς δεσμούς αυτού τού γάμου, όπως και αυτής τής φιλίας, ήταν η ανάγκη ν’ απομνημονευτεί και να συγκρατηθεί στη μνήμη αυτό που δεν θα μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί στο χαρτί, οι στίχοι δηλαδή τών δύο ποιητών

   στην απασχόληση αυτή κατά τήν, σύμφωνα με τή διατύπωση τής αχμάτοβα, «προ τού γουτεμβέργιου» περίοδο, η ναντιέζντα γιακόβλεβνα σίγουρα δεν ήταν μόνη //

   οι δύο τόμοι τού βιβλίου της μπορούν όντως να συγκριθούν με τήν ημέρα τής Κρίσεως επί τής γης για τόν αιώνα της και τή λογοτεχνία τού αιώνα της· κρίση δικαιολογημένα φρικτή, εφόσον αυτός ακριβώς ο αιώνας επαγγέλθηκε τήν οικοδόμηση τού επίγειου παράδεισου //

   θα πρέπει να πούμε ότι η αντίδραση τών αρχών ήταν ειλικρινέστερη απ’ ό,τι τής διανόησης. Οι αρχές απλώς χαρακτήρισαν τήν κατοχή αυτών τών βιβλίων παράβαση τού νόμου. Στους κύκλους τών διανοουμένων, ιδίως στη μόσχα, ξέσπασε σάλος // Εμφανίστηκαν ανοιχτές ή μισάνοιχτες επιστολές γεμάτες αγανάκτηση, κάποιοι αποφάσισαν να μην τήν ξαναχαιρετήσουν ποτέ, φιλίες και γάμοι διαλύθηκαν με αφορμή τό ερώτημα αν η ναντιέζντα γιακόβλεβνα μαντελστάμ είχε δίκιο ή άδικο, όταν κατηγορούσε ως χαφιέ τόν άλφα ή τόν βήτα. Εξέχων αντιφρονών δήλωνε κουνώντας πέρα δώθε τή γενειάδα του : «Αυτή έχεσε ολόκληρη τή γενιά μας» //

   τό ζήτημα εντοπίζεται μάλλον στο γεγονός ότι ο ισχυρισμός «Είσαι δούλος» είναι πιο εύπεπτος από τόν ισχυρισμό «Από ηθική άποψη, είσαι ένα μηδενικό» //

   η σαφήνεια και η σκληρότητα τής γραφής της, που αντανακλούν χαρακτηριστικά τού μυαλού της, αποτελούν επίσης αναπόφευκτο στυλιστικό επακόλουθο τής ποίησης που διαμόρφωσε αυτό τό μυαλό //

   η προσωπικότητά της διαμορφώθηκε χάρη στην κουλτούρα και ό,τι καλύτερο αυτή παρήγαγε – δηλαδή χάρη στους στίχους τού άντρα της. Τούς στίχους του διέσωσε – και όχι τήν ανάμνησή του. Χήρα δική τους στάθηκε σαράντα χρόνια – όχι δική του. Και βέβαια τόν αγαπούσε, αλλά κι ό ίδιος ο έρωτας είναι τό πιο επιλεκτικό από τά πάθη. Μόνο με πλαίσιο τόν πολιτισμό ο έρωτας αποκτά όγκο και προοπτική, επειδή απαιτεί μεγαλύτερο χώρο στη συνείδηση απ’ ό,τι στο κρεβάτι. Έξω απ’ αυτό τό πλαίσιο, ο έρωτας καταλήγει κοινότοπη εξάσκηση. Εκείνη υπήρξε χήρα τού πολιτισμού, και νομίζω ότι στο τέλος τής ζωής της αγαπούσε τόν άντρα της περισσότερο απ’ ό,τι στην αρχή τού γάμου τους. Ίσως γι’ αυτόν τόν λόγο τούτα τά βιβλία αποτυπώνονται τόσο βαθιά στη μνήμη τών αναγνωστών. Κι ίσως ακόμα επειδή οι σχέσεις τού σύγχρονου κόσμου με τόν πολιτισμό μπορούν κι αυτές να χαρακτηριστούν ως χηρεία //

   κατά κάποιο τρόπο λαχταρούσε να πεθάνει, επειδή «εκεί θα ξαναβρεθώ με τόν όσιπ». «Όχι» τής είπε η αχμάτοβα όταν έτυχε κάποτε να τήν ακούσει, «αυτή τή φορά μαζί του θα βρεθώ εγώ» //

   τελευταία φορά τήν είδα στις 30 μαΐου τού 1972, στην κουζίνα τού μοσχοβίτικου διαμερίσματός της. Ήταν βραδάκι. Καθόταν και κάπνιζε στη βαθιά σκιά που έριχνε στον τοίχο ο μπουφές· τόσο βαθιά σκιά, ώστε τό μόνο που ξεχώριζε μέσα της ήταν τό τσιγάρο που καιγόταν και δυο μάτια που λαμποκοπούσαν // εκείνη φάνταζε σαν απομεινάρι μιας μεγάλης πυράς, σαν χωνεμένο κάρβουνο που θα σέ κάψει αν τό αγγίξεις.»

.

.

   τά παραπάνω είναι μερικά από τά λόγια που έγραψε ο ποιητής ιωσήφ μπρόντσκυ τό 1981 ως νεκρολογία για τόν θάνατο τής νάντιας (ή ναντιέζντας – ή νάντιενκας όπως τήν έλεγε η αχμάτοβα) μαντελστάμ. Ολόκληρο τό κείμενο βρίσκεται εν είδει εισαγωγής στο βιβλίο «ναντιέζντα μαντελστάμ, αναμνήσεις από τή ζωή μου με τόν όσιπ / ελπίδα στα χρόνια τής απελπισίας»

   ( : ή «ελπίδα εναντίον ελπίδας» : γιατί μ’ αυτόν τόν τίτλο τό βιβλίο εκδόθηκε πρώτα στη δύση και στ’ αγγλικά (νέα υόρκη, 1970) ταυτόχρονα με τήν έκδοσή του στα ρώσικα από τόν εκδοτικό οίκο «τσέχωφ» (πάλι στη νέα υόρκη) – ως πρώτος τόμος τών απομνημονευμάτων της hope against hope (ο δεύτερος τόμος με τόν τίτλο hope abandoned (η ελπίδα εγκαταλειμένη) εκδόθηκε, πάλι στη νέα υόρκη, τό 1974 – υπάρχει ένα κρυμμένο λογοπαίγνιο στους τίτλους, καθώς τό όνομα τής ίδιας τής ναντιέζντας στα ρώσικα σημαίνει ελπίδα) ( : τό πρώτο βιβλίο με τόν τίτλο αναμνήσειςvospominania – είχε κυκλοφορήσει από τήν ίδια – ή τούς θαυμαστές τής ποίησης τού μάντελσταμ – έτσι γίνονταν αυτά τότε – τή δεκαετία τού ’60 στη ρωσία, χειρόγραφα και παράνομα με τόν γνωστό επικίνδυνα γενναίο και ρωσικής κατασκευής τρόπο, ως σαμιζντάτ))

   στα ελληνικά κυκλοφορεί εδώ και ακριβώς έναν χρόνο από τίς εκδόσεις «μεταίχμιο» – εγώ τό διάβασα πριν δυο μήνες και ακόμα μέ κυνηγάει – θα συμβούλευα επομένως όποιον διαβάζει ελληνικά και δεν τό ’χει πάρει ακόμα, να πάει να τό αγοράσει και να τό διαβάσει. (Σημειώνω μόνο ότι διαφωνώ με τόν «εξελληνισμό» επί τό απλουστευτικότερο και ευκολοχωνευτικότερο τών τίτλων ορισμένων βιβλίων : τό ελληνικό κοινό δεν είναι πιο ηλίθιο  από τό αγγλόφωνο, για να χρειάζεται δηλαδή μασημένη τροφή, αυτό θέλω να πω : ο εκδοτικός οίκος όφειλε ή να σεβαστεί τόν τίτλο που έβαλε η ίδια η μαντελστάμ, ή να ακολουθήσει τόν αγγλικό τίτλο, με τόν οποίο τό έργο έγινε γνωστό στη δύση : βρίσκω εξάλλου τό «ελπίδα εναντίον ελπίδας» και ευρηματικό και εύστοχο, γιατί περιέχει ως περίληψη όλο τό δράμα : οι σταλινικοί διωγμοί έγιναν στο όνομα μιας ελπίδας που θα ήταν η επανάσταση, καταρρακώνοντας και τρομοκρατώντας τήν ίδια τήν ελπίδα τών επαναστατημένων και μετατρέποντάς τους σε θύματά της)

   θα γράψω, σήμερα, πολύ λίγα, γιατί συμφωνώ απόλυτα με τό απόσπασμα τού τζωρτζ στάϊνερ στο the new yorker όπως παρατίθεται στο οπισθόφυλλο τού βιβλίου :

   «δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούν μεταδώσουν ή να θίξουν τή μεγαλοφυή φύση αυτού τού βιβλίου. Οποιαδήποτε κρίση επ’ αυτού συνιστά σχεδόν αναίδεια – ακόμα κι αν πρόκειται για έπαινο.»

.

    

.

   λοιπόν η νάντια («κοντούλα» που «με τά χρόνια στέγνωνε και ζάρωνε όλο και περισσότερο, σαν να προσπαθούσε να μεταβληθεί σε κάτι αβαρές κάτι που μπορείς να τό διπλώσεις και να τό χώσεις στα γρήγορα στην τσέπη σου – αν χρειαστεί να τό βάλεις στα πόδια») δεν είναι κατά τή γνώμη μου απλώς και μόνο η «μεγάλη χήρα τού όσιπ μάντελσταμ» – από τό βιβλίο της αναδύεται μια εκπληκτικά δυνατή προσωπικότητα, και μια συγγραφέα ολκής – ένας διανοούμενος άνθρωπος με όλη τή σημασία τής λέξης

   η διανοητική και συναισθηματική της δύναμη είναι τέτοια ώστε δεν διστάζει να βάλει τόν εαυτό της εξαρχής και χωρίς αναστολές σε δεύτερη μοίρα και να περιορίσει τή δημιουργικότητά της στην καταγραφή τής ζωής τού άντρα της – και τής εποχής, που έδωσε και στους δύο τό αποτρόπαιο προνόμιο να ζήσουν τή λογική ενός καφκικού έργου εκ τού φυσικού. Από τήν άλλη μεριά έχοντας απόλυτο θαυμασμό για τό ποιητικό έργο τού μαντελστάμ έγινε η ίδια απλώς η απομνημονεύτρια και η διασώστρια αυτού τού έργου, χωρίς καν να τό συζητήσει, σαν να τής ήτανε αυτονόητο : Καθώς όμως τά πέριξ τού έργου γεγονότα που και οι δύο έζησαν ήταν ούτως ή άλλως ασύλληπτα, περιγράφοντας η νάντιεζντα τό γενικό κλίμα αφήνει να αναδυθεί αναγκαστικά και ο εαυτός της (όπως τό λέει κι ο μπρόντσκυ στη νεκρολογία του) ως συνείδηση τής ρωσίας και τής τρομοκρατημένης διανόησης στην εποχή τής φριχτότερης εξορίας – τής εξορίας από τήν ίδια τή σκέψη

   η κριτική που διαρκώς και εκ τών πραγμάτων κάνει στην όλη κατάσταση, φαίνεται από τήν πρώτη στιγμή ότι είναι αποτέλεσμα και ολοκληρωμένης και συγκροτημένης σκέψης, και όχι απλώς συνέπεια απελπισίας ή θυμού : γιατί έχει συν τοις άλλοις και τό διανοητικό σθένος να αποδέχεται και τήν απελπισία ως οικείο στοιχείο τής ζωής της και να θεωρεί τόν θυμό απαραίτητον για τή σκέψη της : γράφει συνεπώς με ολόκληρον τόν εαυτό της χωρίς αναστολές και φόβους αλλά με ένα πάθος που τό διεκδικεί ως στοιχείο τουλάχιστον ειλικρίνειας

   και τό πρόσωπο που διακρίνεται πίσω απ’ τήν αφήγηση τών διωγμών τού μάντελσταμ εξαιτίας τών ποιημάτων του, πείθει για τήν αυθυπαρξία και τήν αυτονομία του, ενώ τήν ίδια ώρα η νάντια «ετεροκαθορίζει» συνεχώς τή ζωή της με τήν καταγραφή τήν αντιγραφή και τήν απομνημόνευση τών ποιημάτων εκείνου που θα πέθαινε πολύ νωρίς μετά τίς ανακρίσεις τίς εκτοπίσεις και τίς εξορίες, σε ένα σιβηριανό στρατόπεδο – ή καθοδόν προς αυτό ( : οι συνθήκες τού θανάτου τού μαντελστάμ παραμένουν άγνωστες, όπως και η ακριβής άλλωστε ημερομηνία (ακόμα) – μερικές απ’ τίς πιο συγκλονιστικές, και συγκινητικές μαζί, σελίδες τού βιβλίου είναι τά τελευταία του κεφάλαια όπου η ναντιέζντα περιγράφει περιγραφές άλλων για τό πώς τόν είδαν να πεθαίνει, ή να μην έχει πεθάνει ακόμα, ή να μην προσπαθεί καν να επιζήσει)

   δύο επιπλέον πράγματα για τά οποία τή θαύμασα σ’ αυτό τό βιβλίο είναι, αφενός η δυνατότητα και η ικανότητά της να αρνιέται από τήν αρχή τούς μύθους που γέννησε η επανάσταση και ταυτόχρονα να παρακολουθεί τόν εαυτό της με έξοχη αντικειμενικότητα να πέφτει κι η ίδια θύμα σε μερικούς απ’ αυτούς, και αφετέρου οι γλωσσικές της παρατηρήσεις για τή μεταβολή τών λέξεων και τών εννοιών τους στην καταρρακωτική  πορεία τής επανάστασης προς τόν μεγάλο τρόμο, τούς διωγμούς και τόν θάνατο : Ίσως τό πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η λέξη συνείδηση στη ρωσία σιγά – σιγά εξαφανίστηκε, δεν τήν έλεγε πια ο κόσμος, δεν γραφόταν πουθενά

   αλλά τό βιβλίο είναι ανεξάντλητο σε εκπληκτικές παρατηρήσεις και κρίσεις, πέρα από τήν αφήγηση τής οδύνης στη σύντομη ζωή ενός ποιητή, που εν γνώσει του έγραψε τό ποίημα τό οποίο ήξερε ότι θα τόν σκοτώσει

   όπως τό διατύπωσε και η ίδια :

   ο θάνατος τού καλλιτέχνη δεν είναι σύμπτωση, αλλά η ύστατη δημιουργική του πράξη, η οποία σαν δέσμη αχτίδων φωτίζει τόν δρόμο τής ζωής του. Ο όσιπ μαντελστάμ τό κατάλαβε, παλικαράκι ακόμη, όταν έγραφε ένα άρθρο για τόν θάνατο τού σκριάμπιν. Γιατί ο κόσμος απορεί που οι ποιητές προβλέπουν με τόση διορατικότητα τή μοίρα τους και ξέρουν τί θάνατος τούς περιμένει; Άλλωστε τό τέλος και ο θάνατος είναι τό ισχυρότερο δομικό στοιχείο στο οποίο υποτάσσεται η όλη ροή τής ζωής. Εδώ δεν ισχύει κανένας ντετερμινισμός, η περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί μάλλον ως εκδήλωση ελεύθερης βούλησης. Ο μαντελστάμ οδήγησε αγέρωχα τή ζωή του προς τόν χαμό που τόν περίμενε, τήν πιο διαδεδομένη μορφή θανάτου στη χώρα μας, τόν θάνατο μαζί με τό κοπάδι. Τόν χειμώνα τού ’32 – ’33, σε μια βραδιά με ποιήματα τού όσιπ μαντελστάμ στα γραφεία τής literaturnaya gazetta (λογοτεχνική εφημερίδα), ο μαρκίς κατάλαβε ξαφνικά τά πάντα και είπε «Παίρνετε τόν εαυτό σας απ’ τό χέρι και τόν οδηγείτε στην εκτέλεση». // Ο όσιπ μαντελστάμ μιλούσε συνεχώς για αυτό τό είδος θανάτου στους στίχους του, αλλά οι άλλοι δεν τό είχαν αντιληφθεί, όπως δεν αντιλήφθηκαν και τίς συζητήσεις τού μαγιακόφσκυ περί αυτοκτονίας.

.

.

   λέω να παραθέσω όμως δυο–τρία ακόμη αποσπάσματα – αξίζει τόν κόπο κι ας μη δίνουν παρά μια πολύ μικρή,  ε λ ά χ ι σ τ η  εικόνα από τό βιβλίο :

   εγώ έχασα τήν αίσθηση τού θανάτου, επειδή εισέδυσα στην περιοχή τής ανυπαρξίας. Απέναντι στο πρόσωπο τής καταδίκης, ούτε καν ο φόβος δεν υπάρχει. Ο φόβος είναι φως, είναι η θέληση για ζωή, είναι αυτοπεποίθηση. Είναι ένα βαθιά ευρωπαϊκό συναίσθημα. Τρέφεται από τόν αυτοσεβασμό, τήν αίσθηση τής προσωπικής αξιοπρέπειας, τών προσωπικών δικαιωμάτων, τών αναγκών, τών απαιτήσεων και τών επιθυμιών. Ο άνθρωπος υπερασπίζεται ό,τι κατέχει, και φοβάται μην τό χάσει. Ο φόβος και η ελπίδα είναι στοιχεία αλληλένδετα. Χάνοντας τήν ελπίδα, χάνουμε και τόν φόβο – δεν έχουμε πια λόγο να φοβόμαστε.
   Ενώ πηγαίνουν τόν ταύρο στο σφαγείο, αυτός εξακολουθεί να πιστεύει ότι θα ξεφύγει και θα ποδοπατήσει τούς βρωμερούς σφαγείς του. Οι άλλοι ταύροι όμως δεν πρόφτασαν να τόν δασκαλέψουν ότι τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν και ότι τό ζώο που πηγαίνουν στο σφαγείο ποτέ πια δεν ξαναγυρνά στο κοπάδι. Στην κοινωνία τών ανθρώπων πάντως υπάρχει αδιάκοπη ανταλλαγή εμπειριών. Ποτέ δεν άκουσα για κάποιον που ανθίσταται, χτυπιέται, υπερασπίζεται τόν εαυτό του, ξεπερνά όλα τά εμπόδια και, τελικά, τό σκάει τήν ώρα που τόν πηγαίνουν για εκτέλεση. Οι άνθρωποι μάλιστα θεωρούν ιδιαίτερα γενναίο, εκ μέρους τού μελλοθανάτου, να απαγορεύσει να τού δέσουν τά μάτια και να πεθάνει βλέποντας τά πάντα. Εγώ όμως είμαι υπέρ τού ταύρου· είμαι υπέρ τής τυφλής του λύσσας. Υπέρ τού πεισματάρικου ζώου που δεν υπολογίζει τίς πιθανότητες επιτυχίας με τήν αποχαυνωτική λογική τών ανθρώπων· και αγνοεί τή βρωμερή αίσθηση τής απελπισίας.
   Έπειτα από καιρό άρχισα ν’ αναρωτιέμαι συχνά αν πρέπει κάποιος να ουρλιάξει όταν οι άλλοι τόν σκοτώνουν και τόν ποδοπατούν με τίς μπότες τους. Δεν είναι καλύτερα να παγώσει μες στη διαβολική του αλαζονεία και ν’ απαντήσει στους δημίους με σιωπή γεμάτη περιφρόνηση; Κι έκρινα ότι πρέπει να ουρλιάξει.
   Σ’ αυτό τό θλιβερό ουρλιαχτό που μερικές φορές, ποιος ξέρει από πού, φτάνει στ’ απόμακρα, αδιαπέραστα σχεδόν από τούς ήχους κελιά συμπυκνώνονται τά έσχατα υπολείμματα τής ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τής πίστης στη ζωή. Με τούτο τό ουρλιαχτό ο άνθρωπος αφήνει ένα ίχνος πάνω στη γη και δηλώνει στους συνανθρώπους του πώς έζησε και πώς πέθανε.
   Αν δεν απομένει πια τίποτ’ άλλο, τότε θα πρέπει να ουρλιάξεις. Η σιωπή είναι πραγματικό έγκλημα κατά τής ανθρωπότητας.

.

    

.

   κάποια εποχή στη χώρα μας είχαν πάψει να διαβάζουν ποιήματα. «Τό θέμα με τήν ποίηση» έλεγε η άννα αχμάτοβα «είναι ότι, αν μια φορά καταπιείς ένα υποκατάστατό της, θα νιώθεις πάντα δηλητηριασμένος».

.

    

.

   ο θάνατος μπορούσε να έρθει με τή μορφή γρήγορης ή αργής εξόντωσης. Ο όσιπ μάντελσταμ ήταν άνθρωπος δραστήριος, προτιμούσε τή γρήγορη εξόντωση. Προτιμούσε να μην πεθάνει από τά χέρια τών συγγραφικών οργανώσεων στις οποίες ανήκε η πρωτοβουλία τής εξόντωσής του, αλλά από τά σωφρονιστικά  όργανα.
   Όπως και η άννα αχμάτοβα, έτσι και ο όσιπ μαντελστάμ δεν παραδεχόταν τή συνηθισμένη μορφή αυτοκτονίας. Κι όμως, στην αυτοκτονία τόν ωθούσαν τά πάντα, η μοναξιά, η απομόνωση, ο χρόνος – που τότε δούλευε εναντίον μας. // Ο όσιπ μάντελσταμ δεν αποκαλούσε τυχαία τήν άννα αχμάτοβα Κασσάνδρα. // Και καθημερινά, ένα πράγμα γινόταν σαφέστερο : ήταν όλο και πιο δύσκολο να μιλήσουμε με τή γλώσσα μας κομματιασμένη.
   Επιλέγοντας τό είδος τού θανάτου του, ο όσιπ μαντελστάμ εκμεταλλεύτηκε ένα αξιοπρόσεκτο προσόν τών ηγετών μας. Έτρεφαν υπέρμετρο, σχεδόν δεισιδαίμονα  σεβασμό στην ποίηση. «Όσα παράπονα  και αν έχουμε» έλεγε «μόνο στη χώρα μας  σέβονται τήν ποίηση – για χάρη της σκοτώνουν. Πουθενά αλλού πια δεν σκοτώνουν για χάρη τής ποίησης…».

.

.

.

 

.

.

.

τό βιβλίο στην ελληνική του μετάφραση | τό βιβλίο στην αγγλική του μετάφραση | για τό βιβλίο πολλά, γκουγκλίστε – εδώ βάζω ενδεικτικά δύο : από τήν «καθημερινή» | και ένας αντίλογος στην «αυγή», από ρωσίδα κλασική φιλόλογο | και μια προ διμήνου αναφορά στην ελληνική έκδοση τού βιβλίου (update!) από τό βλογ λεξήματα

κι εδώ άρθρο (τού κουβανού πεζογράφου josé manuel prieto) από τήν εφημερίδα new york review of books, με πληροφορίες και ανάλυση για τό ποίημα τού μαντελστάμ για τόν στάλιν, που τού στοίχισε τή ζωή (η φωτοτυπία παρακάτω δείχνει τή χειρόγραφη εκδοχή του από τόν ίδιον τόν ποιητή, όπως διασώθηκε στα αρχεία τής σοβιετικής ασφάλειας, τής φοβερής και τρομερής nkvd). Ένα απόσπασμα :  «κατά τήν (πρώτη) σύλληψη τού μαντελστάμ, τή νύχτα τής 13ης μαΐου 1934, η ασφάλεια δεν είχε καταφέρει να πάρει στα χέρια της τήν τελική μορφή τού ποιήματος. Ο ανακριτής ζήτησε από τόν ποιητή να τού γράψει ο ίδιος τό ποίημα στην αυθεντική του εκδοχή και ο μαντελστάμ χωρίς αντίρρηση ικανοποίησε τήν επιθυμία του. Οι δυο πρώτοι στίχοι είναι αυτοί στη φωτογραφία : Ο μαντελστάμ έγραψε τό ποίημα με τήν ίδια πένα με τήν οποία ο ανακριτής θα υπόγραφε τήν καταδίκη του»

(Ζούμε δίχως να νιώθουμε κάτω απ’ τά πόδια μας τή χώρα,
τά λόγια μας στα δέκα βήματα ψυχή δεν τ’ ακούει τώρα)

(η μετάφραση είναι τής σταυρούλας αργυροπούλου από τήν ελληνική έκδοση)

.

.

.

.

.


«…στο κελί τών μελλοθανάτων τής φυλακής τού λεφόρτοβο είδαν τήν εποχή τής τρομοκρατίας χαραγμένους στον τοίχο τούς στίχους του :
Άραγε είμαι αληθινός, κι ο θάνατος θά’ρθει στ’ αλήθεια;
ό
ταν τό έμαθε, χάρηκε και ηρέμησε κάπως για μερικές μέρες.»

.

.

.

.

.

Ιουνίου 18, 2011

michel de montaigne: περί βίας ή περί ρατσισμού, περί αγριότητας και πολιτισμού (και ένα καινούργιο βιβλίο)

 

      

.
.

   όταν ο μονταίνιος καταφέρεται κατά τής βίας ένας πόλεμος μαίνεται γύρω του, και θα μαίνεται επί τριάντα πάνω–κάτω χρόνια : η νύχτα τού αγίου βαρθολομαίου έγινε μάλιστα όταν ο ίδιος ήταν στην ωριμότητά του, πλησίαζε να γίνει δηλαδή 40 χρόνων : κατά σύμπτωση (;) τότε ακριβώς αρχίζει να γράφει και τά «δοκίμια» (αν δεν τό ξέρετε, είναι δικιά του η λέξη – και τό είδος…)

   ήτανε ένας πόλεμος ευρωπαϊκός τυπικά ενδο–θρησκευτικού φανατισμού, αλλά φυσικά, όπως πάντα, για τήν πολιτική εξουσία. Η βία εναντίον ανθρώπων για τίς ιδέες τους ήταν (είμαστε στην καρδιά τής «αναγέννησης») νόμιμη, βάρβαρη, αηδιαστική και απόλυτα έγκυρη : οι φωτιές που καίγαν τούς ανθρώπους ζωντανούς ήταν – για να μην πω για τά άλλα, επίσης φριχτά, βασανιστήρια – μια απειλή πάνω απ’ τό κεφάλι σου, που μπορούσε να σέ αγγίξει οποιαδήποτε στιγμή, όσο σπουδαίος κι αν ήσουνα

   ο μονταίνιος πέθανε τόν σεπτέμβριο τού 1592 : οκτώ χρόνια αργότερα, στις αρχές (συμβολικά) τού 1600, οι παπάδες αποφάσισαν να κάψουν ζωντανό τόν τζορντάνο μπρούνο – αυτό δεν τό έζησε ο μονταίνιος αλλά ούτως ή άλλως (πρέπει να) τό φοβόταν και για τόν εαυτό του συνέχεια : τό ότι ήταν άρχοντας και πλούσιος [χαρακτηριστικά η καταγωγή του ήταν τυπικά ευρωπαϊκή, ήταν πρωτίστως βάσκος και δευτερευόντως γάλλος από τή μεριά τού πατέρα του, πρωτίστως εβραίος και δευτερευόντως πορτογάλος από τή μεριά τής μητέρας του] τό ότι ήταν λοιπόν άρχοντας και πλούσιος σε καμία περίπτωση δεν θα τόν προστάτευε με σιγουριά, κι έτσι έκανε επανειλημμένες δηλώσεις νομιμοφροσύνης μέσα από τά γραφτά του – απόλυτης υποταγής στον καθολικισμό και με επιχειρήματα από τά πιο αδύναμα και ανάξιά του : αυτό άρκεσε για να τόν γλιτώσει από έναν φριχτό θάνατο και από φριχτά βασανιστήρια – άρκεσε για να γλιτώσει αυτόν, αλλά όχι τά γραφτά του : ήδη μια πρώτη επίπληξη πήρε από τόν πάπα τό 1581 (έναν μόνο χρόνο μετά τήν 1η έκδοση τού βιβλίου του) (οι παπάδες φαίνεται διαβάζουν πολύ γρήγορα) γιατί τόλμησε να μιλήσει καλά για τόν ιουλιανό – τόν γνωστό μας αποστάτη – αλλά και γιατί εξέφρασε μια αντίθεση (καθόλου ήπια) προς τά βασανιστήρια. (Σαν απάντηση, λες, γι’ αυτό, τό 1582 έκανε και 2η έκδοση : τό βιβλίο του πήγε δηλαδή πολύ καλά από εμπορική άποψη – τήν πρώτη έκδοση τήν έβγαλε μόνος του στην επαρχία του τό μπορντώ, αλλά για τήν δεύτερη είχε βρει ήδη στο παρίσι εκδότη)

   τό έργο του μπήκε τελικά στον κατάλογο τών απαγορευμένων μετά θάνατον, τό 1676, όμως στην ισπανία ήτανε απαγορευμένο από τό 1640 : μιλάμε για τήν περίφημη αναγέννηση στο αποκορύφωμά της. Και τήν λέμε «αναγέννηση» (με τόσο καμάρι) επειδή σ’ αυτήν ακριβώς εμφανίστηκαν τά μυαλά τών ανθρώπων που η αναγέννηση βασάνισε και σκότωσε με ευρηματικά χυδαίους τρόπους. Τρόπους που προκαλούσαν πόνο σωματικό αβάσταχτο, και αυτό είναι που σαν ανθρώπους πάνω απ’ όλα (πρέπει να) μάς ενδιαφέρει

   υπάρχει ακριβώς βέβαια εδώ μια επιπλέον δεύτερη σημαντικότατη παράμετρος που επιτείνει και τή χυδαιότητα και τή φρίκη : Σίγουρα για τόν πόνο μας υπεύθυνοι είναι – πάντοτε – οι άλλοι : όμως τόν ηθικό πόνο τόν ξεπερνάμε – αν τόν ξεπεράσουμε – μόνοι μας, σπίτι μας. Γλείφουμε τίς πληγές μας σαν τήν γάτα, γινόμαστε καλά και ξαναβγαίνουμε πάλι εκεί στον δρόμο. Υπάρχει μια ελάχιστη αξιοπρέπεια που μάς παραχωρείται εδώ. Στον σωματικό πόνο πρωταγωνιστούν σε όλο τό φάσμα του οι άλλοι, ενώπιόν τους τά θύματα ουρλιάζουνε επάνω στην πυρά, κι οι υπόλοιποι, οι αθώοι, μαζεύονται τριγύρω σου σαν πλήθος να σέ δούνε : ήταν υποχρεωτικό μάλιστα τήν εποχή αυτή και να σέ βρίζουνε, τήν ώρα που ψυχορραγούσες οικτρά : όποιος δεν έβριζε συλλαμβανόταν ως συνοδοιπόρος συμμορίτης άθεος αναρχικός ομοϊδεάτης : και τά λοιπά

   βέβαια η βία προϋπήρξε τής αναγέννησης (και ξέρουμε ότι συνεχίζεται και μετά απ’ αυτήν), θα πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι αποτελεί μόνιμη συνοδό τής ιστορίας – τής πατριαρχίας όπως τήν ξέρουμε. Δεν πρόκειται να κάνω ιστορία όμως εδώ, δεν έχω ούτε τά φόντα, ούτε είμαι ιστορικός – τήν ζωή μου και τήν εποχή μου καλύτερα ξέρω : Αυτό λοιπόν με τό οποίο τά καλύτερα μυαλά τού πολιτισμού μας – φιλόσοφοι – συμφώνησαν απόλυτα, είναι ότι η βία – και ο φόνος σαν τό ακραίο χαρακτηριστικό της – είναι προϊόν τού (ίδιου αυτού) πολιτισμού : η καθαρή αγριότητα όπως πολύ ωραία (κάπου, δεν θυμάμαι πού) τό έθεσε ο χορκχάϊμερ δεν έχει φόνο. Μία από τίς πανουργίες όμως τού πολιτισμού είναι να αποδίδει τήν απαρχή τού φόνου, και μάλιστα τόν συμβολικά πιο πλήρη φόνο (τόν κανιβαλισμό) στους «άγριους» : κατά σύμπτωση λοιπόν, μια από τίς ωραιότερες – και πρωιμότερες – υπερασπίσεις τής καθαρής αγριότητας, έγινε από τόν ίδιο τόν μονταίνιο ο οποίος όμως (άγνοιες ή αντιφάσεις του όπως αυτή είναι που σηκώνουν χωριστή, και απολαυστική, διαπραγμάτευση) χρέωνε στην ίδια αυτή αγριότητα και τόν κανιβαλισμό – τόν οποίο όμως, συγκρίνοντας, τόν θεώρησε κατώτερη βία από αυτήν τών συγχρόνων του : τό δοκίμιο αυτό είναι εξαιρετικό :

   είναι πολύ πιο ανθρώπινο, έγραψε, να τρως τόν εχθρό σου αφού τόν έχεις σκοτώσει, παρά να τόν τρως ζωντανό, όπως κάνουμε εμείς

   και συνεχίζει με έναν από τούς ευφυέστερους λίβελλους κατά τής (πολιτισμένης) βίας, τών βασανιστηρίων, και εντέλει τού (πολιτισμένου) ρατσισμού :

 

michel de montaigne : essais [michel eyquem
όπως ήταν τό πραγματικό του όνομα :]
για
τούς καννίβαλους

.

 

.

   φοβούμαι ότι έχουμε μάτια πιο μεγάλα απ’ τό στομάχι μας, και περισσότερη περιέργεια απ’ όσην έχουμε αντίληψη. Αγκαλιάζουμε τό παν, αλλά δεν κρατούμε παρά αέρα

   γιατί οι εκλεπτυσμένοι άνθρωποι παρατηρούν και πιο προσεκτικά, και πολύ περισσότερα πράγματα – όμως τά σχολιάζουν : και, για να τονίσουν τή δική τους ερμηνεία και να τήν κάνουν πιο πειστική, αναγκαστικά αλλοιώνουν κάπως τήν Ιστορία : δεν σάς παρουσιάζουν ποτέ τά πράγματα καθαρά, παρά τούς δίνουν τή ροπή και τήν όψη με τήν οποία οι ίδιοι τά είδαν – και για να δώσουν στη γνώμη τους κύρος και να σάς κάνουν να τήν προσέξετε προσθέτουν συνήθως τά δικά τους γύρω από τό θέμα, τό μακραίνουν και τό διευρύνουν

   λοιπόν, για να ξαναγυρίσω σ’ αυτό που θέλω να πω, βρίσκω πως δεν υπάρχει τίποτε τό βάρβαρο και τό άγριο σ’ αυτούς τούς λαούς, σύμφωνα με όσα μού ανάφεραν σχετικά, εκτός από τό ότι ο καθένας ονομάζει βαρβαρότητα ό,τι είναι έξω από τίς συνήθειές του : πραγματικά, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για τήν αλήθεια και τή λογική από τό παράδειγμα και τήν εικόνα τών αντιλήψεων και τών συνηθειών τού τόπου όπου βρισκόμαστε. Εκεί είναι πάντοτε η τέλεια θρησκεία, τό τέλειο πολίτευμα, ο τέλειος και πιο άψογος τρόπος με τόν οποίο γίνεται τό κάθε πράγμα. Αυτοί είναι άγριοι, τό ίδιο όπως εμείς ονομάζουμε άγρια τά φρούτα /…/

   κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ιδιαίτερη γεύση και η νοστιμιά από μερικά φρούτα τών χωρών εκείνων /…/ είναι, και για τό γούστο μας ακόμη εξαιρετική /…/ Έχουμε τόσο παραφορτώσει τήν ομορφιά και τόν πλούτο τών έργων τής φύσης με τίς επινοήσεις μας, που τήν έχουμε πνίξει εντελώς

   αυτοί οι λαοί μού φαίνονται λοιπόν μ’ αυτήν τήν έννοια βάρβαροι, ότι πήραν πολύ λίγα μαθήματα απ’ τό ανθρώπινο πνεύμα και βρίσκονται ακόμα πολύ κοντά στην αρχική τους φυσική κατάσταση. Οι φυσικοί νόμοι τούς κυβερνούν ακόμη, ελάχιστα νοθευμένοι απ’ τούς δικούς μας : διατηρούνται δε σε μια τέτοια καθαρότητα, που μέ πιάνει κάποτε θλίψη που δεν τούς γνωρίσαμε νωρίτερα, τόν καιρό που υπήρχαν άνθρωποι που θα μπορούσαν να τούς κρίνουν καλύτερα από μάς. Μέ λυπεί που ο Λυκούργος και ο Πλάτων δεν τούς γνώρισαν /…/

.

     

.

   δεν υπάρχει κανένα είδος συναλλαγής, καμμιά γνώση τών γραμμάτων, καμμιά γνώση τών αριθμών, κανένα όνομα δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας, καμμία συνήθεια να υπάρχουν δούλοι, πλούσιοι ή φτωχοί, καθόλου συμβόλαια, καθόλου κληρονομιές, καθόλου μοιράσματα, και καθόλου ασχολίες εκτός από άκοπες : όπου δεν αναγνωρίζουν συγγένειες, κοινούς δεσμούς, δεν έχουν ενδύματα /…/ ακόμα και τίς λέξεις που σημαίνουν τό ψέμα τήν προδοσία τήν υποκρισία τήν τσιγγουνιά τή ζήλεια τήν κακολογία τή συγγνώμη, δεν τίς ακούς

   όλη τήν ημέρα τήν περνούν χορεύοντας /…/ Υπάρχει κάποιος απ’ τούς γέρους, που τό πρωί, πριν αρχίσουν να τρώνε, κηρύσσει σ’ όλους μαζί /…/ δεν τούς συνιστά παρά δυο πράγματα : τήν ανδρεία κατά τών εχθρών και τή φιλία με τίς γυναίκες τους. Και δεν παραλείπουν ποτέ να επισημάνουν αυτή τους τήν υποχρέωση, με τό ρεφραίν, ότι είναι αυτές που διατηρούν τό ποτό τους χλιαρό και νόστιμο

   ο προφήτης αυτός τούς μιλάει δημόσια, παρακινώντας τους στην αρετή και στο καθήκον τους : αλλά ολόκληρος ο ηθικός τους κώδικας δεν περιέχει παρά αυτά τά δύο άρθρα : τήν αποφασιστικότητα στον πόλεμο και τή στοργή προς τίς γυναίκες τους

   αφού για πολύ καιρό περιποιηθούν έναν αιχμάλωτό τους, και μ’ όλες τίς ανέσεις που μπορεί να φανταστεί, αυτός που είναι τώρα κύριός του, κάνει μια μεγάλη συγκέντρωση απ’ τούς γνωστούς του, δένει ένα σχοινί στο ένα χέρι τού αιχμαλώτου /…/ και δίνει στον πιο αγαπητό του φίλο τό άλλο χέρι να τό κρατά /…/ κι οι δυο τους, μπρος στα μάτια όλων τών παρισταμένων, τόν σκοτώνουν με τά ξίφη τους. Ύστερα απ’ αυτό, τόν ψήνουν και τόν τρώνε όλοι μαζί /…/

   δεν στενοχωριέμαι για τό ότι επισημαίνουμε τή φριχτή βαρβαρότητα που υπάρχει σε μια τέτοια πράξη, αλλά βέβαια για τό ότι, ενώ κρίνουμε σωστά τά σφάλματά τους, είμαστε τόσο τυφλωμένοι μπρος στα δικά μας. Νομίζω ότι υπάρχει περισσότερη βαρβαρότητα στο να τρως έναν άνθρωπο ζωντανόν απ’ τό να τόν τρως πεθαμένον, στο να ξεσχίζεις, με μαρτύρια και βασανιστήρια, ένα σώμα με ακέραιες ακόμα τίς αισθήσεις του, να τό σιγοψήνεις, να βάζεις τά σκυλιά και τά γουρούνια να τό δαγκώνουν και να τό μωλωπίζουν (όπως όχι μόνον τό διαβάσαμε, αλλά και τό είδαμε κι είναι πρόσφατο στη μνήμη μας, όχι ανάμεσα σε παλιούς εχθρούς, αλλ’ ανάμεσα σε γείτονες και συμπολίτες, και τό χειρότερο, κάτω απ’ τόν μανδύα τής ευλάβειας και τής θρησκείας) απ’ τό να τό ψήνεις και να τό τρως αφού πεθάνει

   μπορούμε λοιπόν σωστά να τούς ονομάζουμε βάρβαρους, όσον αφορά τούς κανόνες τής λογικής, αλλ’ όχι σε σύγκριση με μάς, που τούς ξεπερνάμε σε κάθε είδους βαρβαρότητα

   η αξία και η υπόληψη ενός ανθρώπου εξαρτάται απ’ τό θάρρος και τή θέληση, εκεί βρίσκεται η αληθινή του τιμή. Ανδρεία είναι η αντοχή όχι στα πόδια και στα μπράτσα, αλλά στο φρόνημα και στην ψυχή : δεν έγκειται στην αξία τού αλόγου μας ή τών όπλων μας, αλλά στη δική μας. Όποιος πέφτει εμμένοντας στο φρόνημά του – «si succiderit, de genu pugnat» *– όποιος, μπροστά σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο να πεθάνει ύστερα από λίγο, δεν χάνει ούτε στιγμή τό θάρρος του, κι ακόμα όποιος κοιτάζει, ξεψυχώντας, τόν εχθρό του μ’ ένα βλέμμα σταθερό και περιφρονητικό, χτυπιέται όχι από μάς, αλλά από τήν τύχη : σκοτώνεται, δεν νικιέται.

   Οι πιο γενναίοι είναι μερικές φορές οι πιο άτυχοι άνθρωποι.

   Γι’ αυτό υπάρχουν ήττες που είναι εξίσου λαμπρές με τίς νίκες. Ουδέποτε αυτές οι τέσσερις αδελφές νίκες, οι πιο ωραίες που ο ήλιος ποτέ αντίκρυσε, τής Σαλαμίνας τών Πλαταιών τής Μυκάλης και τής Σικελίας, τόλμησαν ν’ αντιτάξουν όλη τους τή δόξα μαζί, στη δόξα τής καταστροφής τού βασιλιά Λεωνίδα και τών δικών του στο στενό τών Θερμοπυλών

.

  

.

   έχω ένα τραγούδι που έφτιαξε ένας αιχμάλωτος, όπου υπάρχει τό εξής ωραίο : ότι τούς καλεί να έρθουν θαρρετά όλοι τους και να συγκεντρωθούν για να δειπνήσουν απ’ αυτόν : γιατί θα φάνε μαζί και τούς πατέρες τους και τούς προγόνους τους, που χρησίμεψαν για τροφή στον ίδιον και έθρεψαν τό σώμα του. «Αυτοί οι μύες, λέει, αυτή η σάρκα κι αυτές οι φλέβες είναι οι δικές σας, καημένοι μου τρελλοί : δεν καταλαβαίνετε ότι μέσα σ’ αυτά η ουσία απ’ τά μέλη τών προγόνων σας βρίσκεται ακόμα; Να τά φάτε ωραία, θα ’ναι η γεύση τής ίδιας σας τής σάρκας». Εύρημα που δεν μυρίζει καθόλου βαρβαρότητα /…/ Χωρίς ψέματα, νά μερικοί πολύ άγριοι άνθρωποι σε σύγκριση με μάς – διότι θα πρέπει αυτοί οπωσδήποτε να είναι, αφού δεν είμαστε εμείς /…/

   κι έχω κι ένα άλλο, ένα τραγούδι ερωτικό που αρχίζει ως εξής : «φιδάκι στάσου, στάσου φιδάκι να πάρει όλα τά σχέδια που ’χεις επάνω σου η αδελφή μου, και να τά αντιγράψει και να τά κεντήσει στο ακριβό σειρήτι που ’θελα τόσο πάντα εγώ να τό χαρίσω στην αγαπημένη φίλη μου : κι είθε τήν ομορφιά και τήν ευλυγισία σου να προτιμούνε αιώνια οι άνθρωποι απ’ όλα τ’ άλλα φίδια». Αυτή είναι η πρώτη στροφή τού τραγουδιού κι είναι και τό ρεφραίν του. Κι έχω αρκετά πάρε–δώσε με τήν ποίηση για να κάνω τήν εξής κρίση : ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα τό βάρβαρο σ’ αυτή τή σύλληψη, αλλά και ότι είναι εντελώς ανακρεοντική. Η γλώσσα τους, εξάλλου, είναι μια γλώσσα γλυκιά κι έχει έναν ήχο ευχάριστο, που θυμίζει πολύ τίς καταλήξεις τής αρχαίας ελληνικής.

   Μην ξέροντας πόσο ακριβά θα τούς στοιχίσει /…/ κι ότι απ’ τήν γνωριμία τους με μάς θα έλθει κι η καταστροφή τους – που καθώς υποθέτω έχει κιόλας αρκετά προχωρήσει – τρεις απ’ αυτούς, πραγματικά αξιολύπητοι που αφέθηκαν να τούς ξεγελάσει η επιθυμία τού νεωτερισμού και που άφησαν τόν γλυκό ουρανό τής πατρίδας τους για νάρθουν να δουν τόν δικό μας, βρέθηκαν στην Ρουέν τόν καιρό που ο μακαρίτης τώρα βασιλιάς Κάρολος ο ένατος βρισκότανε εκεί. Και μίλησε μαζί τους πολλή ώρα ο βασιλιάς, και τούς δείξαμε τόν τρόπο τής ζωής μας, και τή μεγαλοπρέπειά μας, και τήν όψη μιας ωραίας πόλης. Ύστερα, κάποιος τούς ζήτησε τήν γνώμη τους, ώστε να μάθει τί είχαν βρει τό περισσότερο αξιοπερίεργο : απάντησαν τρία πράγματα απ’ τά οποία ξέχασα τό τρίτο και πολύ λυπάμαι γι’ αυτό, θυμάμαι όμως ακόμη τ’ άλλα δύο. Είπαν πως εύρισκαν καταρχάς πάρα πολύ παράξενο τό ότι τόσοι άντρες, ψηλοί και με γενειάδα και δυνατοί και οπλισμένοι που ήτανε γύρω απ’ τόν βασιλιά, (μάλλον θα πρέπει να εννοούσανε τούς ελβετούς που είναι η φρουρά του) είχαν καταδεχτεί να υπακούουν ένα παιδί και δεν διαλέξανε έναν από αυτούς τούς ίδιους για να κυβερνάει – και δεύτερον (στη γλώσσα τους αυτοί οι άνθρωποι έχουν έναν τρόπο να μιλάνε για τούς ανθρώπους, σαν να ’ναι ένα πράγμα ολόκληρο που με τίς περιστάσεις χωρίζεται σε δύο μισά μέρη) είπανε πως παρατηρήσανε ότι υπήρχανε ανάμεσά μας άνθρωποι χορτάτοι απ’ όλα και που ζούσανε με όλες τίς ανέσεις, ενώ τά άλλα τους μισά μέρη ζητιάνευαν στις πόρτες τους, σα σκελετοί από τήν πείνα και τή φτώχεια – και ότι τό ’βρισκαν παράξενο που τούτα δω τά φτωχά μισά μέρη μπορούσαν να υποφέρουν μια τέτοια αδικία και που δεν έπιαναν τούς άλλους από τόν λαιμό ή που δεν έβαζαν φωτιά στα σπίτια τους.

   Μίλησα μ’ έναν απ’ αυτούς πάρα πολλήν ώρα (αλλ’ είχα έναν διερμηνέα που τόν εμπόδιζε τόσο πολύ η βλακεία να καταλάβει τίς σκέψεις μου /…/ )

   όλα αυτά δεν είναι άσχημα : αλλά τί τά θες, παντελόνια δεν φοράνε.

 michel de montaigne : essais
(εκδόσεις κάλβος 1979, μετάφραση εισαγωγή και σημειώσεις : θανάση νάκα)

.

* από τόν σενέκα : «και πεσμένος μάχεται με τά γόνατα» (για μια περίοδο τής ζωής του ο μονταίνιος ήταν οπαδός τών στωικών και τού άρεσε ιδιαίτερα ο σενέκας – εξάλλου τά γραφτά του είναι γεμάτα από αποσπάσματα λατινικά κυρίως γιατί μολονότι ελληνικά δεν ήξερε σχεδόν καθόλου και τά έργα τών φιλοσόφων που αγαπούσε από τήν ελλάδα τά διάβαζε σε λατινικές μεταφράσεις (και έτσι τόν επίκουρο τόν γνώρισε κυρίως μέσω τού λουκρήτιου) τά λατινικά ήταν, όπως έλεγε, η μητρική του γλώσσα – κι όταν τού ξέφευγαν αυθόρμητες κουβέντες, φώναζε ή έβριζε μόνο λατινικά : αυτό οφείλεται στην ανατροφή που αποφάσισε να τού δώσει ο πατέρας του, ο οποίος τού είχε από μικρόν δίπλα του έναν γερμανό που δεν ήξερε καθόλου γαλλικά και τού μιλούσε από τήν αρχή μόνο λατινικά. Έτσι κουτσοέμαθαν λατινικά, όπως μάς λέει, και οι άλλοι μέσα στο σπίτι, για να μπορούν να συνεννοούνται, στοιχειωδώς έστω, και για τά απαραίτητα καθημερινά, μ’ αυτόν τόν δάσκαλο. Τά γαλλικά του τά έμαθε μετά τά έξη, όταν πρωτοπήγε στο σχολείο). (Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο (που «οι μεγαλύτεροι ποιητές μας δεν ξέραν ελληνικά») – που κι αυτή η φράση – για τόν σολωμό ή τόν κάλβο και τόν καβάφη όπως ξέρετε ειπώθηκε – είναι απελπιστικά άστοχη : αυτοί ξέραν ελληνικά, τού σολωμού ήταν η μητρική του γλώσσα και σ’ αυτήν πρωτομίλησε, και τού κάλβου και τού καβάφη επίσης : ελληνικά τούς μιλούσε η μάνα τους : απλώς οι μετέπειτα σπουδές τους αυτών γίναν – αντίστροφα απ’ ό,τι στον μονταίνιο – σε μία ξένη γλώσσα (τώρα, πόσο φτωχομεγαλοαστικό κομφορμισμό (για τόν σεφέρη λέω) πρέπει να έχεις, για να μετατρέψεις τή γλώσσα τών σπουδών σου σε μητρική σου γλώσσα είναι άλλη συζήτηση).)

(απόσπασμα από παλιότερη ανάρτηση τού «άλλου» σημειωματάριου (τών τεχνών) : «γιατί η βία είναι μία αηδία»)

.

   

.

δεν θέλω να επαναλάβω εδώ ολόκληρο εκείνο τό παλιότερο ποστ που επικεντρωνόταν στην αντίθεση τού μονταίνιου προς κάθε είδος βίας : προτιμώ ν’ αφήσω τώρα τό κείμενό του μόνο, θα λειτουργήσει ίσως καλύτερα… όμως μού ήρθε μια ιδέα που δεν τήν είχα όταν απόσπασα για πρώτη φορά τό δοκίμιο αυτό για λογαριασμό τού «σημειωματάριου τεχνών» : σήμερα είδα λοιπόν (και διορθώστε με αν είδα υπερβολικά…) ότι πρόκειται ουσιαστικά όχι μόνο για έναν λίβελο κατά τής βίας, αλλά και εναντίον κάθε είδους, υπόγειου ύπουλου και λογικά δικαιολογημένου δήθεν ρατσισμού…

ο τρόπος με τόν οποίο βλέπει δηλαδή ο μονταίνιος τούς «άγριους» (ακόμα κι αν τότε, με τίς γνώσεις τής εποχής, ήταν υποχρεωμένος να τούς θεωρήσει κανίβαλους (αυτό εξάλλου επιτείνει νομίζω ακόμα περισσότερο τήν αντιρατσιστική οπτική του)) ο τρόπος λοιπόν αυτός μπορεί να γινόταν «κοινός τόπος» (αν και όχι και τόσο κοινός) αλλά πάντως θα περνούσαν οπωσδήποτε πρώτα κάτι αιώνες – για να μην πω ότι και σήμερα ακόμη θα θεωρούνταν από μεγάλα τμήματα (διεθνών πληθυσμών) τού πλανήτη, αιρετικός περίεργος εξωπραγματικός, και πιθανώς υπερβολικά ακραίος…

τελικά ήταν όντως μοναδικός αυτός ο υπέροχος ανθρώπινος άνθρωπος – ένας άνθρωπος στου οποίου τό άγαλμα στρέφονται (χαριτωμένα ίσως, δεισιδαιμονικά ίσως, αλλά και δικαίως νομίζω) επί αιώνες οι φοιτητές (λέει) τής σορβόνης πριν τίς εξετάσεις τους : και μέχρι σήμερα τού πιάνουν τού χαϊδεύουν και τού τρίβουν για γούρι τό δεξί του πόδι πριν πάνε να γράψουν : σε σημείο (λέει η ενδιαφέρουσα βιογραφία που εκδόθηκε πρόσφατα και τής οποίας τά στοιχεία βρήκα στο (πολύ καλό) βλογ 3quarksdaily) σε σημείο λοιπόν με τούς αιώνες τό πόδι να φθαρεί, να λιώσει και να χρειαστεί να τό αντικαταστήσουν!

αυτά έχει και η δόξα τών αγαλμάτων

.

 

.

   δράττομαι τής ευκαιρίας να συστήσω τώρα σ’ όσους διαβάζουν και αγγλικά (δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά) τό βιβλίο αυτό τής σάρας μπαίηκγουελ, που βγήκε πέρσι, «πώς να ζει κανείς – ή μια βιογραφία τού μονταίνιου με μια ερώτηση και είκοσι απόπειρες προς απάντηση»

εδώ και τό βλογ τής ίδιας τής sarah bakewell για τό βιβλίο της αυτό (αγγλικός τίτλος : «How to Live : Or A Life of Montaigne in One Question and Twenty Attempts at an Answer»)

τό οποίο (βλογ) τελειώνει με τήν εξής (δικιά της) περιγραφή τού βιβλίου :

“…τό «πώς να ζει κανείς» είναι μια ανορθόδοξη βιογραφία αυτού τού γοητευτικού, αυτού τού χαριτωμένου ανθρώπου : αν λέει τήν ιστορία τής ζωής του, τή λέει απαριθμώντας τά ερωτήματα που έβαζε και τίς απαντήσεις που προσπαθούσε να βρει – ανιχνεύοντας επίσης βήμα–βήμα τήν περίεργη ανατροφή του (ως παιδί ήταν υποχρεωμένος να μιλάει λατινικά), τή νεανική του καριέρα, τίς ερωτικές του περιπέτειες, τά ταξίδια του, και τίς φιλίες του – τόσο με τόν ποιητή και λόγιο étienne de la boétie όσο και με τήν υιοθετημένη του «κόρη» marie de gournay. Και παράλληλα είναι η ιστορία τών απειράριθμων αναγνωστών του, που εύρισκαν ανά τούς αιώνες στον μονταίνιο μιαν ανεξάντλητη πηγή πιθανών απαντήσεων για τό ερώτημα που απασχολούσε τόσο εκείνους όσο απασχολεί κι εμάς σήμερα – «πώς να ζει κανείς»”

.

.

για τό ίδιο βιβλίο : από τήν γκάρντιαν

κι εδώ κριτική στους new york times : conversation across centuries with the father of all bloggers

στα ελληνικά υπάρχει όπως βλέπω ακόμα η πρώτη έκδοση στη μετάφραση τού θανάση νάκα και κυκλοφορεί τώρα και τό πλήρες σώμα τών δοκιμίων, 3 τόμοι, σε μετάφραση τού φίλιππου δρακονταειδή

φωτογραφικές αναπαραγωγές από σελίδες τών πρώτων εκδόσεων τών essais βλέπετε εδώ και εδώ και εδώ

.

.

.

.

  

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Ιουνίου 9, 2011

άρνηση και κρίση (ψήγματα john holloway)

 

.

.

 

.

.

   η χρόνια οικονομική αστάθεια έχει καταστεί κεντρικό χαρακτηριστικό τού σύγχρονου καπιταλισμού και η πιθανότητα μιας παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης έχει καταστεί δομικό χαρακτηριστικό [του]…

   αυτό έχει δύο πολύ σημαντικές συνέπειες για τήν κατανόηση τής κρίσης σήμερα. Πρώτον, προσδίδει νέα σημασία στις προσπάθειες διευθέτησης τής κρίσης με πολιτικά μέσα. Τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο η αντιπαράθεση με τήν ανυποταγή είναι επιλεκτική. Όπως ένας διευθυντής τράπεζας που έχει ν’ αντιμετωπίσει κακοπληρωτές, έτσι, τόσο και τά κράτη όσο και οι διεθνείς οργανισμοί (όπως τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, και η G7) κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στους οφειλέτες : Ανάλογα με τή θέση τους, και τίς πιθανές συνέπειες ενός ανοιχτού εξαναγκασμού, τά κράτη – οφειλέτες αντιμετωπίζονται με περισσότερη ή με λιγότερη επιείκεια. Τό χρέος αποτελεί πάντα εργαλείο για τήν επιβολή κοινωνικής πειθαρχίας – και τήν υποταγή στην λογική τού κεφαλαίου, αν και αυτή η προσπάθεια δεν είναι πάντα επιτυχής [στα μεξικανικά πανεπιστήμια για παράδειγμα, έχουμε μια πολύ άμεση εμπειρία τού πώς τό διεθνές χρέος χρησιμοποιείται για να επιβάλει τήν κοινωνική πειθαρχία – και τού πώς αυτή η πράξη δημιουργεί ένα νέο κύμα κοινωνικής ανυποταγής]

   ωστόσο τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο όσον αφορά τήν κρίση. Εμείς είμαστε η κρίση, εμείς οι οποίοι κραυγάζουμε, στους δρόμους, στην ύπαιθρο, στα εργοστάσια, στα γραφεία, στα σπίτια μας. Εμείς είμαστε οι ανυπότακτοι και οι μη υποταγμένοι που λέμε «Όχι!», εμείς που λέμε «Ώς εδώ!», ώς εδώ με τά ηλίθια παιχνίδια εξουσίας σας, ώς εδώ με τήν ηλίθια εκμετάλλευσή σας, ώς εδώ με τό ανόητο παιχνίδι στρατιωτών και αφεντικών. Εμείς που δεν εκμεταλλευόμαστε και δεν θέλουμε να εκμεταλλευτούμε, εμείς που δεν έχουμε εξουσία και δεν θέλουμε να τήν αποκτήσουμε, εμείς που ακόμη θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή που να τή θεωρούμε ανθρώπινη, εμείς που δεν έχουμε πρόσωπο και φωνή. Εμείς είμαστε η κρίση τού καπιταλισμού. Η θεωρία τής κρίσης δεν είναι μόνο μία θεωρία φόβου, είναι επίσης η θεωρία τής ελπίδας.

   η κινητήρια δύναμη τής κρίσης είναι η τάση προς τήν ελευθερία

   η πρώτη στιγμή τής επανάστασης είναι καθαρά αρνητική

   οι άνθρωποι έχουν εκατομμύρια τρόπους να πουν Όχι. Η κινητήρια δύναμη δεν είναι απλώς η ανυποταγή, η ανοιχτή και αγωνιστική άρνηση τού κεφαλαίου, αλλά και η μη υποταγή : η λιγότερο αισθητή και πιο συγκεχυμένη απροθυμία να συμμορφωθούμε. Τό Όχι εκφράζεται συχνά με τόσο προσωπικό τρόπο (με τό να βάψει κανείς τά μαλλιά του πράσινα, με τήν αυτοκτονία ή με τήν τρέλα) ώστε φαίνεται αδύνατο να έχει κάποιο πολιτικό αντίκτυπο. Συχνά τό Όχι είναι βίαιο ή βάρβαρο (βανδαλισμός, χουλιγκανισμός, τρομοκρατία) : οι αθλιότητες τού καπιταλισμού είναι τόσο έντονες που προκαλούν μια κραυγή/εναντίον, ένα Όχι που στερείται κάθε προοπτικής χειραφέτησης, ένα Όχι τόσο ωμό, που απλώς αναπαράγει αυτό ενάντια στο οποίο κραυγάζει

   η σημερινή ανάπτυξη τού καπιταλισμού είναι τόσο τρομοκρατική που προκαλεί μια τρομοκρατική αντίδραση, τόσο αντι–ανθρώπινη που προκαλεί μια αντι–ανθρώπινη απάντηση, η οποία, αν και αρκετά κατανοητή, απλώς αναπαράγει τίς σχέσεις εξουσίας που προσπαθεί να καταστρέψει

   ωστόσο αυτό είναι τό αφετηριακό σημείο : όχι η ενσυνείδητη απόρριψη τού καπιταλισμού ως μια μορφή οργάνωσης

   τό αφετηριακό σημείο είναι η κραυγή, τό επικίνδυνο, συχνά βάρβαρο, Όχι

   έχουμε χάσει κάθε βεβαιότητα, όμως ο ανοιχτός χαρακτήρας τής αβεβαιότητας έχει κεντρική σημασία στην επανάσταση. «Ρωτώντας περπατάμε» λένε οι Ζαπατίστας. Ρωτάμε, όχι μόνο επειδή δεν γνωρίζουμε τόν δρόμο (δεν τόν γνωρίζουμε) αλλά και επειδή τό να ψάχνουμε κατευθύνσεις είναι μέρος τής ίδιας τής επαναστατικής διαδικασίας

.

αποσπάσματα από τό βιβλίο τού john holloway «ας αλλάξουμε τόν κόσμο χωρίς να καταλάβουμε τήν εξουσία (τό νόημα τής επανάστασης σήμερα)» / μετάφραση άννας χόλογουεη / εκδόσεις σαββάλας (2006)
(οι διαφορετικοί χρωματισμοί, δικοί μου)

.

   

john holloway : change the world without taking power / the meaning of revolution today /

 

τό ποστ αφιερώνεται δικαιωματικά στον headcharge που μού επισήμανε τό βιβλίο (με τήν ελπίδα να ξεμπερδέψει γρήγορα αυτός από τήν θητεία του σε άλλη κρίση)

 

ένα (πολύ) σχετικό ποστ είναι και αυτό

 

 

Φεβρουαρίου 23, 2011

one–dimensional man vs anna akhmatova

.

       

  

   συνεχίζω από εκεί που είχαμε μείνει πριν μεσολαβήσει η επέτειος τού μπρούνο
   βέβαια στους κήπους ασχολούμαι μόνο με πρόσωπα και κείμενα που αγαπώ αλλά σήμερα, κατ’ εξαίρεσιν (και συνεχίζοντας τήν προ–τελευταία παρένθεση), θα ασχοληθώ λίγο ακόμα με τόν σλάβοϊ ζίζεκ
   τότε πιάστηκα από τό αστείο ενός ανέκδοτου, θα πιαστώ σήμερα από τή «λεπτομέρεια» δυο «φιλοσοφημένων σημειολογικά» παραδειγμάτων :

   σε μια διάλεξή του προς τούς ανθρώπους λοιπόν τής γκουγκλ  ο ζίζεκ έκανε μια σημειολογική παρατήρηση (με τήν αυτοπεποίθηση ανθρώπου που ρίχνει κανονιές εκεί που ένας άλλος θα ντρεπόταν να αναφέρει αυτές τίς παρατηρήσεις ακόμα και ως φτέρνισμα) ( : πάντως δεν είχαν ακριβώς και τήν ανταπόκριση που θα ήθελε οι παρατηρήσεις του – εξ αυτού όπως φαίνεται και στο βίντεο (στο τέλος του, μετά από μια ώρα, 1. 09΄. 16΄΄), ο εκφωνητής τους, αφού πάγωσε λίγο, επιδόθηκε μετά νέας μανίας στο ξύσιμο τής μύτης του και στις χειρονομίες νευρόσπαστου τίς οποίες ίσως πιστεύει ότι εκλαμβάνουν όλοι ως αμεσότητα – εγώ πάντως τίς εκλαμβάνω ως δείγμα ταραγμένης ψυχολογίας, και μ’ εκνευρίζει να τίς βλέπω κιόλας (όπως απ’ τήν άλλη μ’ ευχαριστεί να βλέπω, σε κάποιες φωτεινές περιπτώσεις, ανθρώπους να λένε μισογύνικα ρατσιστικά «αστεία» και να παγώνουν μόλις συνειδητοποιούν ότι τό ακροατήριό τους αποτελείται, κατά λάθος, από χειραφετημένες γυναίκες (και άντρες…)) Εξάλλου (εμένα) προσωπικά, από πάντα, οι άντρες που κουνάγανε πάρα πολύ τά χέρια τους ασχολούμενοι διαρκώς με τό σώμα τους όταν μιλάγανε, ξύνοντας ας πούμε κάθε τόσο τ’ απαυτά τους ή τή μύτη τους, μού δίνανε τήν εντύπωση ότι θέλουν  να κυριαρχήσουν καταβάθος στο σύμπαν και ντρέπονται να τό πουν (Αντίθετα, μ’ αρέσουν πολύ οι ήρεμοι άνθρωποι, αλλά δεν έχει και πολλή σημασία τί μ’ αρέσει εμένα τώρα)

   επί τού θέματος λοιπόν : ο ζίζεκ διατύπωσε, με τήν ευκαιρία μιας ερώτησης από τό ακροατήριο, δύο βαθυστόχαστες κατά τή γνώμη του σημειολογικές διαζεύξεις, που κατά τή γνώμη του πάλι (αν και κρυμμένες πίσω από ένα άλλοθι εν παρόδω σημειολογικής μαεστρίας) τσάκιζαν τά κόκαλα τής δημοφιλούς, αφελούς, και μονοσήμαντης σύγκρισης σταλινισμού και φασισμού ( : αδυνατώ να καταλάβω εν πάση περιπτώσει γιατί τόσο πολλοί κολλάνε τόσο, τελευταία, σ’ αυτή τή σύγκριση – γιατί τούς ενοχλεί δηλαδή η ίδια η δυνατότητα συγκρίσεων; – και ακόμα δεν έχει μπει στο παιχνίδι για τά καλά ο σταλινισμός που κάθισε με τήν ίδια εγκληματική αθωότητα στο σβέρκο τών κινέζων – έχουμε μέλλον δηλαδή συγκρίσεων και διαζεύξεων – και ενοχλήσεων).

   Οι (σεμνές) σημασιολογικές παρατηρήσεις τού ζίζεκ σπάνε πάντως κατά τή γνώμη μου πραγματικά κόκαλα – με τήν μονοδιάστατη αφέλεια και τήν αντιδιαλεκτική τους μονολιθικότητα – που θα γίνονταν κατανοητές πιθανόν, από μένα τουλάχιστον, μόνο στη ρητορική πρώην κνίτη περιπτερά ή ταξιτζή : Τίς χαρακτήρισε «μικρές λεπτομέρειες, που τού αρέσουν ως διαφορές – και που (προφανώς) έχουν τή σημασία τους» (επί τής «σημασίας» πάντως δεν επεκτάθηκε, αν και τήν «επέκταση» τής «σημειολογικής» παρατήρησης περιμένει ένα φιλοσοφημένο κοινό κυρίως)

   ποιες είναι οι μικρές λεπτομέρειες τίς οποίες ξεχνάνε όσοι συγκρίνουν τόν σταλινισμό με τόν ναζισμό;

   1 : ο χαιρετισμός τού χίτλερ και τό χειροκρότημα τού στάλιν :

   στις τεράστιες ναζιστικές συγκεντρώσεις βλέπουμε τό πλήθος να χαιρετάει ναζιστικά, και τόν χίτλερ άκαμπτο να κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση αποδοχής : στη μόσχα όταν τό πλήθος χαιρετάει τόν στάλιν, και όλο τό κόμμα, αυτοί οι δεύτεροι τό χειροκροτούν : αυτή η λεπτομέρεια αρέσει στον ζίζεκ, και τήν θεωρεί παρήγορο δείγμα τής διαφοράς νοοτροπίας, ως προς τήν αντιμετώπιση τών «μαζών», από τόν χίτλερ στον στάλιν.

   τώρα, είναι παραβίαση πλήθους ανοιχτών πορτών να επισημάνει κανείς τί πλήθος λεπτομέρειες αγνοούνται ή παραμερίζονται εδώ : ενώ τονίζεται η «ακαμψία» τού σώματος τού χίτλερ, παραβλέπεται καταρχήν μεγαλοπρεπώς η εξίσου ακαμψία τού σώματος τού στάλιν ακόμα και «χειροκροτούντος». Όπως εξίσου παραβλέπεται τό ψυχρά πειθαρχημένο, έως καρικατούρας, περπάτημα και τών δύο παρελάσεων – ένα περπάτημα που (μια που έχουμε να κάνουμε και με ψυχαναλυτή) θα ’πρεπε να πούμε ειρήσθω εν παρόδω ότι εξαφανίζει τή φυσικότητα τού ανθρώπινου σώματος μέσα από τήν επιδεικτική απανθρωπιά τής υποταγής του στην ιδέα τής (ιδεολογικής) στρατιωτικής (και κομματικής) πειθαρχίας : αυτό όμως που πάνω απ’ όλα φαίνεται να τού διαφεύγει τού φιλόσοφου (και ψυχαναλυτή) είναι ένα παράπλευρο γεγονός, κατά τό οποίο μεταλλάσσεται και γελοιοποιείται η ίδια η πράξη τού χειροκροτήματος : ό,τι ξεκίνησε κάποτε δηλαδή αρχικά, και καθιερώθηκε μέσ’ απ’ τούς αιώνες, ως αυθόρμητη ένδειξη αγάπης τού κοινού μιας θεατρικής παράστασης προς τούς υποκριτές της : Στην πραγματικότητα (όπως έχω πει μιλώντας για άλλα) τό χειροκρότημα είναι μια πράξη τέλους «γεμάτη αλήθεια», συμπληρωματική τής αρχικής πράξης τού «ψέματος» ενός έργου τέχνης – η στιγμή κατά τήν οποία τό κοινό γίνεται κι αυτό καλλιτέχνης, υποκριτής ή συγγραφέας, και μιλάει επιτέλους κι αυτό, μιλάει δείχνοντας ενθουσιασμό, θέρμη ή αγάπη. Ό,τι λοιπόν στη ρωσία ξεκίνησε προφανώς ως (περιττή, και ελαφρώς υποκριτική) επιστροφή αυτής τής θέρμης από τούς υποκριτές στο κοινό τους – και έτσι καθιερώθηκε τό χειροκρότημα κατά τή διάρκεια τών υποκλίσεων τών ηθοποιών, απ’ τήν σκηνή προς τήν πλατεία τώρα ως απάντηση, (μια τελετουργία επιδεικτικής διακήρυξης κάποιας ισότητας στο δόγμα τού «όλοι εργάτες είμαστε» : «μάς επιβραβεύετε για τήν καλλιτεχνική μας πράξη, κι εμείς σάς συγχαίρουμε για τή ζωή σας και τό γούστο σας, που σάς έφεραν ώς εδώ») καταλήγει, όταν εφαρμόζεται στις κομματικές εκδηλώσεις και παρελάσεις, σε παγωμένη κίνηση μαριονετών που μόνο η θέρμη τής λείπει, αν μη τί άλλο : με αυτό τό προηγούμενο πιθανώς καθιερώθηκε σιγά–σιγά στη σοβιετική ένωση και εκείνος ο παγωμένος τύπος χειροκροτήματος που θυμίζει τό ρυθμικό και πειθαρχημένο χτύπημα τής μπότας καθώς παρελαύνει ενώπιον τού κόμματος ακόμα και όταν τό κοινό ακούει τόν σβιατοσλάβ ρίχτερ να παίζει μια σονάτα για πιάνο τού μότσαρτ. Ο καθεστωτικός σφετερισμός τού χειροκροτήματος απογύμνωσε τελειωτικά μια κίνηση θέρμης από τή θέρμη της, μεταβάλλοντάς την σε επιταγή στρατοπέδου – μιας απ’ τίς πολλές, αλλά ίσως όχι η πιο ανώδυνη μετάλλαξη ακριβώς επειδή φαίνεται δευτερεύουσα –

 

   2 : τά γενέθλια τού στάλιν :

   όταν ερχόταν η μέρα τών γενεθλίων τού στάλιν, οι εξόριστοι φυλακισμένοι κρατούμενοι, στα διάφορα σοβιετικά γκουλάγκ, μαζεύονταν και τού γράφανε ένα γράμμα ευχετήριο για τά γενέθλιά του, τό οποίο μετά τό στρατόπεδο φρόντιζε να τού αποστείλει. Παρατήρηση τού ζίζεκ : Φαντάζεστε τού εβραίους και άλλους κρατούμενους στα διάφορα άουσβιτς να διανοούνται να στείλουν ευχετήριο για τά γενέθλια τού χίτλερ; είναι από μόνο του αδιανόητο. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια και διαφορά αρέσει επίσης στον ζίζεκ.

   παράξενο, για έναν ψυχαναλυτή αρχικά, τό με τί ανατριχιαστική αθωότητα ή άγνοια πηδάει πάνω από τίς ψυχολογικές παραμέτρους μιας τέτοιας «πρωτοβουλίας» : Και αισθάνομαι άσχημα, αισθάνομαι (πολύ) άβολα, γιατί τό να ρίξεις μερικές ψιλές στ’ αυτιά ενός σταλινικού που διάβασε λίγο και μορφώθηκε, πρέπει να ’ναι πέραν τών φιλοδοξιών κάθε ανθρώπου με σώας τας φρένας – και επίσης τό ν’ ασχολούμαι να συζητάω τέτοια, προσωπικά είναι πέραν τής αντοχής τού στομάχου μου : Τό βρίσκω όμως αδιανόητο τέτοιες «φιλοσοφημένες» κουτοπονηριές να μπορούν να περνάνε ως μοντέρνες σήμερα φιλοσοφίες : Ας πω μόνο τά απολύτως απαραίτητα, κι ας αφήσω τά (τεράστια) υπόλοιπα να τά πει κάποιος άλλος, που έχει ούτως ή άλλως απαντήσει από χρόνια – από τά «τρομερά χρόνια» – με τή συνολικότητα τής ποίησής της : τού έργου, τής σκέψης της, και τής συντριβής τής ζωής της –

   εγώ λοιπόν τό βλέπω ανάποδα όλο αυτό : και βλέπω τά αντίθετά του : βλέπω δυστυχώς ότι στον ναζισμό δηλαδή υπάρχει μια ειλικρίνεια, διαυγής όσο και τό κρύσταλλο τής απανθρωπιάς του, που ακριβώς επειδή απουσιάζει εντελώς από τή σταλινική τρομοκρατία, τήν κάνει ακόμα πιο απάνθρωπη, τήν κάνει από (φυσιολογικά) μισητή έως (δυσοίωνα) ανίκητη : και πράγματι : η αναγκαστική επίδειξη αγάπης προς τόν δολοφόνο σου είναι ένας μακιαβελισμός τόν οποίο ο χίτλερ ούτε σκέφτηκε ούτε τόλμησε και ούτε μπορούσε να ενεργοποιήσει : και τό ότι δεν μπορούσε δεν είναι τό πιο ασήμαντο : Τό ότι ο άλλος μπορούσε δηλαδή, δεν είναι καν τό πιο σημαντικό : διότι ο άλλος και μπορούσε και ήθελε και τόλμησε να αναγκάσει τά θύματά του σ’ αυτό τό ύστατο ψέμα  προς τόν ίδιο τους τόν εαυτό : Η θηριωδία αυτής τής απαίτησης (για ευχές γενεθλίων από ανθρώπους εξαιτίας σου μελλοθάνατους) είναι μάλιστα που κάνει, τώρα που τό σκέφτομαι, τήν θηριωδία τών σοβιετικών στρατοπέδων ακόμα πιο θανατερή : δεν τούς καις στα κρεματόρια, τούς αφαιρείς τόν αέρα λίγο–λίγο καίγοντάς τους όχι μόνο τήν ψυχή, ούτε μόνο τό σώμα, τούς καις τήν ίδια τή ζωντανή τους, προς τό παρόν, ζωή, όση έχει απομείνει, κατά τήν οποία θα μπορούσαν τουλάχιστον να διατηρούν τήν καταχωνιασμένη ανθρώπινη ελευθερία πεθαίνοντας να σέ μισούν : Κι αν ο ζίζεκ οχυρώνει τήν «ψυχαναλυτική» του ανεμελιά πίσω από τήν «βεβαιότητα» ότι κανείς επίσημα από τήν διοίκηση τών στρατοπέδων δεν ανάγκαζε τούς κρατούμενους να στείλουν ένα τέτοιο γράμμα, αλλά ότι μια τέτοια κίνηση μπορούσε να είναι «ψυχολογικά» λογική στα γκουλάγκ, ενώ δεν μπορούσε να γίνει «ψυχολογικά κατανοητή» στα άουσβιτς, θα ’πρεπε μάλλον να παραιτηθεί από τίς «έδρες» του και να ξαναπροσγειωθεί σε τίποτα θρανία : Δεν είναι δουλειά τού φιλόσοφου να είναι τόσο αθώος, και σίγουρα δεν είναι ίδιον τού ψυχαναλυτή να μην ξέρει κολύμπι : Αλλά ακόμα και στην αμμουδιά αν κάθεσαι (τόν βυθό τόν) βλέπεις καλύτερα…

   υγ 1 : από «ψυχολογική» άποψη εμένα πάντως αυτό μού λέει ότι ένας άνθρωπος που μπορεί να βλέπει τέτοιες «λεπτομέρειες» με τέτοιον τρόπο, είναι (ψυχολογικά) έτοιμος να γίνει δεσμοφύλακας : ας ευχηθούμε κάποιοι από μάς  να μην τόν βρούμε, σε κανένα λαμπρό μέλλον, μπροστά μας…

   υγ 2 : δεν είναι βέβαια πρόσφατο, ούτε πρωτότυπο πια, τό συμπέρασμα – τό υιοθετώ όμως ξανά εκ νέου, κάθε φορά που τό θυμάμαι εξαιτίας κάτι τέτοιων «φιλοσόφων» και (κυρίως…) «ψυχαναλυτών» : αν η σοβιετία ενσάρκωσε πράγματι και πραγματοποίησε, ακόμα και θεωρητικά, ένα έγκλημα, αυτό δεν ήταν μόνο εις βάρος τής ζωής όσων είχαν τήν ατυχία να ζήσουν (ή να πεθάνουν) εντός τών συνόρων της ( : άλλωστε φρόντισε η ίδια, ορισμένους καταζητούμενους από τόν χίτλερ να τού τούς στείλει πακέτο, ως δώρο κι αυτό «γενεθλίων» όπως ξέρουμε) : όμως τό μεγαλύτερο έγκλημα από μια άποψη (άκρως ψυχαναλυτική σ’ αυτήν τήν περίπτωση) ήταν εις βάρος τών ονείρων – εκείνων που εντός και εκτός συνόρων της τήν ονειρεύτηκαν…

 

   άχρηστη σημείωση : 

   τό αστείο είναι ότι οι επισήμως σταλινικοί θεωρούν τούς τύπους σαν τόν ζίζεκ επικίνδυνους εχθρούς, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή αυτοί γενικώς δεν καταλαβαίνουν και πολλά – και η παραμικρή αναφορά στη σύνδεση μαρξισμού με ψυχανάλυση τούς προκαλεί σύγκρυο – πράγμα που συμβαίνει (εκτός από τήν ολομέλεια τών «ορθόδοξων σταλινικών») και στην πλειοψηφία τών «ορθόδοξων ψυχαναλυτών» : ο ζίζεκ είναι αρκετά ευφυής ώστε να ξέρει πάντως ότι δεν πρέπει να απευθύνεται σ’ αυτούς : έχει επίγνωση ότι αυτοί είναι καμένο χαρτί για όλο τό μέλλον – κι αυτός (έχει τή φιλοδοξία να) ποντάρει σε κάποιου είδους μέλλον, πατώντας πάνω στα ερείπια ενός συγκεκριμένου παρελθόντος από τή μια, και στην εξέγερση που βλέπει να ’ρχεται από τήν άλλη
    (αυτό τό είδος τού ανθρώπου έχει βέβαια ένα ειδικό θάρρος, να μπορεί να φέρνει στο επίπεδό του τά πράγματα αλλοιώνοντάς τα ανεπαίσθητα (υπάρχει μια ειδική λέξη γι’ αυτό αλλά καθώς δεν είμαι ειδική στη φιλοσοφία μού διαφεύγει) ώστε να παίρνει απ’ αυτά ό,τι οι τεντωμένες κεραίες του τού λένε ότι θα έχει πέραση στη συγκεκριμένη περίοδο κατά τήν οποία ο ίδιος φτιάχνει μια καριέρα. Τό κοινό του βέβαια είναι μια άλλη ιστορία, και έχει πολύ περισσότερες διαστάσεις, νομίζω : στη διάλεξη που έδωσε εδώ ο ίδιος μπορεί να μην πήγα, είδα όμως τά βίντεο και τίς φωτογραφίες και ομολογώ ότι αισθάνθηκα διχασμένη : αισθάνομαι δηλαδή ότι υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στην παράσταση τού ίδιου και στο κοινό τής παράστασής του : δεν πρόκειται για τό ίδιο έργο προφανώς : Κι αυτή η διαστολή έχει σίγουρα μια διάσταση θλιμμένη αλλά, από τήν άλλη μπορεί, και ελπιδοφόρα : σε άλλα πράγματα ποντάρει ο υποκριτής και σε άλλα η πλατεία που βλέπει (και χειροκροτεί) τό έργο : κι έτσι εγώ βρίσκομαι στην ίδια θέση όπως όταν βλέπω ανθρώπους να κάνουν ουρά για ν’ αγοράσουν μια λογοτεχνία που προσωπικά σιχαίνομαι και η οποία όμως προς τό παρόν αποτελεί τή μοναδική τους σχέση με τήν τέχνη, επομένως μπορεί ν’ αποτελέσει και τήν είσοδό τους σ’ αυτήν, μια που μπορεί να βρουν κάποτε και τά μεγάλα έργα αφού τούς αρέσει τό διάβασμα)

 

 

 

  άννα πασών τών ρωσιών

 

   και μια που μιλάμε για μεγάλα έργα, ας πούμε μερικά και για τήν άννα αχμάτοβα : σε καμία περίπτωση βέβαια η ανάρτηση δεν είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν, θέλω απλώς να κάνω μια αντίστιξη τού έργου (και τής ζωής της, είναι πολύ δεμένα αυτά τά δύο στη δικιά της περίπτωση) με τόν κρυφοσταλινισμό που επιπλέει ή και ξανασηκώνει κεφάλι τίς μέρες μας, τώρα που η φρίκη τού καπιταλισμού γίνεται επίσης ασήκωτη
   θα παραθέσω λοιπόν μερικούς στίχους από τό «ρέκβιεμ»
   (δεν έχω καιρό να τό μεταφράσω όλο ή μάλλον να ξαναδουλέψω μια μετάφραση που είχα κάνει παλιά και που τή βρίσκω τώρα παιδιάστικη (σχεδόν παιδί τήν έκανα άλλωστε…) – άλλη φορά, και σε ανάρτηση αφιερωμένη στην ίδια εντελώς, ίσως επανέλθω)

   τό ρέκβιεμ είναι μια σύνθεση που αποτελείται από τά εξής ποιήματα :

   αντί προλόγου
   αφιέρωση
εισαγωγή
1
2
3
4
5
6
7  απόφαση καταδίκης
8  στον θάνατο
9
10  σταύρωση
επίλογος ( Ι – ΙΙ )

   (τό τελευταίο κομμάτι τού επίλογου ακούγεται μελοποιημένο, στο 4ο βίντεο τής σειράς, στο τέλος)

 

   τό συνθετικό ποίημα ρέκβιεμ γράφτηκε για τόν γιο της lev gumilyov που τόν συνέλαβαν στα 1934 χωρίς ποτέ να ξεκαθαριστεί και εντελώς (συνηθισμένο αυτό τότε) ποια ήταν η κατηγορία. Έμεινε σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως τόν περισσότερο καιρό, με ένα διάλειμμα κατά τό οποίο κλήθηκε να πολεμήσει, γύρισε σπίτι του τό ’45, τό ’49 συνελήφθη πάλι, και έμεινε σε στρατόπεδο μέχρι τό 1956 που απελευθερώθηκε τελικά
   ο λεβ ήταν γιος της από τόν πρώτο της άντρα, τόν ποιητή νικολάϊ γκουμιλιόφ τόν οποίο τό καθεστώς είχε ήδη εκτελέσει τόν αύγουστο τού 1921 (η αχμάτοβα τόν είχε παντρευτεί τό ’10 και τό ’18 είχαν ήδη χωρίσει) : εκτελέστηκε με βάση μια υποτιθέμενη συνωμοσία διανοουμένων εργατών χωρικών και λοιπά, φαινόμενο (οι κατηγορίες) επίσης συνηθισμένο τότε
   δεν ήταν ίσως αυτό που η ίδια θεώρησε ως τή μεγαλύτερη ταπείνωση τής ζωής της τό ότι έγραψε ποίημα στον στάλιν για να σώσει τή ζωή τού γιου της
   τόν αύγουστο τού 1946 έπεσε επίσημα σε δυσμένεια με πρωτοβουλία τού ζντάνοβ ο οποίος διακήρυξε πως «αυτές οι θολούρες μοναξιάς κι απελπισίας δεν έχουν καμία σχέση με τή σοβιετική λογοτεχνία, και χαρακτηρίζουν όλο της τό έργο»
   τά ποιήματά της ήταν απαγορευμένα και έζησαν κυριολεκτικά στην αφάνεια για τό μεγαλύτερο μέρος τής ζωής της – δεν τολμούσε όχι φυσικά να τά εκδόσει (αυτό είχε αποκλειστεί), όχι να τά κυκλοφορήσει ως χειρόγραφα, αλλά ούτε καν και να τά γράψει – από τόν φόβο μην κάνει κακό στη ζωή τού γιου της : τά μάθαινε απέξω και τα ’λεγε στους φίλους της που τά μάθαιναν απέξω και τά ’λεγαν στους φίλους τους που τά μάθαιναν απέξω… (αν έχετε διαβάσει τό φαρενάϊτ 451 τού μπράντμπερυ… κάπως έτσι)
   έπρεπε να πεθάνει ο στάλιν και να αρχίσει η σχετική αποσταλινοποίηση για να ξαναεκδοθεί στη ρωσία η ποίηση τής αχμάτοβα (τής οποίας τό όνομα, παρεμπιπτόντως, είναι ψευδώνυμο – για περισσότερα βιογραφικά της εδώ)
   η άννα αχμάτοβα στα νιάτα της ήταν πανέμορφη και είχε υπάρξει κατά τό ταξίδι της στη γαλλία (τό 1910 και ’11) φίλη τού μοντιλιάνι, με τόν οποίο είχε μια τρικυμιώδη σχέση για ένα διάστημα και ο οποίος τήν έχει ζωγραφίσει
   παντρεύτηκε τρεις φορές (ο δεύτερος άντρας της πέθανε επίσης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης)
   η μεγαλύτερη, και πιο αγαπημένη (μαζί με τήν μαρίνα τσβετάγιεβα, η οποία και τής έδωσε τό όνομα «άννα πασών τών ρωσιών») ποιήτρια τής ρωσίας πέθανε τόν μάρτιο τού 1966
   τό «ρέκβιεμ» που άρχισε να γράφεται τό 1935 και τέλειωσε τό ’40, εκδόθηκε για πρώτη φορά στη δύση, στο μόναχο, τό 1963 «χωρίς γνώση και άδεια τής συγγραφέως»

  
      «τό παρίσι στη γκρίζα ομίχλη
      ο μοντιλιάνι ίσως ξανά
      αδιόρατος μ’ ακολουθεί
      έχει τή θλιβερή αρετή
      ώς και τά όνειρά μου να ανακατώνει
      και να μού κουβαλάει δυστυχίες»
(από τό «ποίημα χωρίς ήρωα»)

requiem 1935 – 1940

όχι, κάτω απ’ τόν θόλο όχι άλλου ουρανού
κι όχι σ’ άλλων φτερών τήν προστασία,
με τόν δικό μου τόν λαό ήμουνα εγώ,
κι ήμουν εκεί που έζησε τήν τιμωρία
                                                          1961

  

   αντί προλόγου

   τά τρομερά χρόνια τής γιεζοφτσίνα πέρασα μήνες δεκαεφτά να στέκομαι στις μακριές ουρές τής φυλακής τού λένινγκραντ
μια μέρα ένας μέ αναγνώρισε
ύστερα μια γυναίκα με ένα στόμα μελανό από τό κρύο, κάποια που στέκονταν πίσω μου ακριβώς, και φυσικά δεν μ’ είχε ξανακούσει
βγήκε από κείνη κει τήν ύπνωση που μέσα κολυμπάγαμε όλοι μας, και μού ψιθύρισε
(όλοι ψιθυριστά μιλάγαμε εκειπέρα) :
«κι αυτό; μπορείς να τό περιγράψεις;»
κι είπα «μπορώ!»
τότε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο χάραξε πάνω σ’ αυτό που ήταν κάποτε τό πρόσωπό της.

                                                                                                                 1 απριλίου 1957, λένινγκραντ

            γιεζοφτσίνα : η μυστική αστυνομία τού στάλιν από τόν επικεφαλής της γιεζόφ

εισαγωγή

ήτανε μέρες που μονάχα οι νεκροί
χαμογελούσανε γαλήνια χωρίς φόβο,
τό λένινγκραντ ταλαντευότανε σαν εκκρεμές
στις φυλακές του πλάϊ αχρηστευμένο
μέρες που απ’ τά βασανιστήρια τρελαμένο
πέρναγε τών κατάδικων τό σύνταγμα
και παίρναγαν τά τραίνα κι όλο μούγκριζαν
έναν σκοπό αποχαιρετισμού σακατεμένο
αστέρια θάνατου μάς επιθεωρούσαν
η αθώα ρωσσία πόναγε κουλουριασμένη
κάτω από τόν τροχό τής κλούβας,
κάτω από μία μπότα ματωμένη

3

όχι, αυτό δεν είμαι εγώ – άλλος πονάει
δεν θα τό άντεχα – μαύρα παραπετάσματα
ας τό σκεπάσουν ό,τι έγινε,
κι ας πάρουν μακριά τό φως τού δρόμου…
Νύχτα.

5

μήνες δεκαεφτά πέρασα ουρλιάζοντας
φωνάζοντάς σου να γυρίσεις σπίτι,
αγκάλιασα τού δήμιου τά γόνατα
Είσαι ο γιος μου και ο τρόμος.
Όλα μπερδεύτηκαν για πάντα
και τώρα δεν μπορώ να ξεχωρίσω
ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο τό κτήνος
και πότε η εκτέλεση θα ’ρθεί.
Έχουνε μείνει άνθη μες στη σκόνη,
τό τρίξιμο ενός θυμιατού, τά ίχνη
βημάτων από ένα μέρος προς κανένα.
Ένα πελώριο αστέρι
ίσια στα μάτια μέ κοιτάζει
και μ’ απειλεί με γρήγορη καταστροφή.

                                                                    1939

8
στον θάνατο

θα έρθεις οπωσδήποτε – γιατί όχι τώρα;
σέ περιμένω – μού είναι δύσκολο πολύ.
Έκλεισα φώτα, άνοιξα πόρτες
για να ’ρθείς – απλός κι ωραίος τόσο.
Πάρε ό,τι σχήμα θέλεις
ξεχύσου αέριο δηλητηρίου
ή έλα σερνάμενος σαν κλέφτης,
κόλλησέ με τύφο
Έλα με μια κατηγορία που θα βρεις,
φτιάξε την μόνος σου
τήν πιο κοινή που να μέ πιάσει αηδία,
να δω τήν μπλε στολή τού αστυφύλακα
πίσω απ’ τό πρόσωπο τού θυρωρού άσπρο απ’ τόν τρόμο.
Καθόλου δε μέ νοιάζει τώρα
Ο ποταμός στη σιβηρία κυλάει
Τό πολικό αστέρι λάμπει
Και η γαλάζια λάμψη τών αγαπημένων μου ματιών
κρύβεται πίσω απ’ τόν τρόμο τόν πιο τελευταίο.

                                                     19 αυγούστου 1939

επίλογος

Ι

βρήκα πώς γίνεται τά πρόσωπα να μαραθούν
και πώς ο τρόμος ξεφυτρώνει απ’ τά βλέφαρα
και πώς η οδύνη γράφεται στα μάγουλα
σκληρές σελίδες σε γραφή ακατάληπτη,
Και πώς μαλλιά και μαύρα και ξανθά
γίνονται ασημένια σε μια νύχτα,
και πώς χαμόγελα πεθαίνουνε στα χείλια τής υποταγής
κι ο φόβος παίζει τρέμοντας πάνω στα γέλια στέγνας κι ανυδρίας.
Και δεν τό κάνω για εμένα μόνο όταν προσεύχομαι
αλλά για όλους όσους στήθηκαν στο δρόμο αυτό μαζί μου,
στο άσπλαχνο κρύο και στην κάψα μέσα τού καλοκαιριού,
κάτω από τό τυφλό και κόκκινο εκείνο τείχος

ΙΙ

η ώρα τής μνήμης σέρνεται ξανά κοντά,
σάς βλέπω σάς αισθάνομαι και σάς ακούω.

Εσάς που δύσκολα βαδίζατε προς τό παράθυρο
εσάς που δεν πατάτε άλλο πια σ’ αυτό τό χώμα

εκείνη που είπε σείοντας τό όμορφο κεφάλι της
«κάθε φορά που φτάνω εδώ γυρίζω σπίτι».

Και πώς θα ήθελα να πω όλα τά ονόματα
μά πήραν τόν κατάλογο και δεν θυμάμαι

ύφανα για όλους ένα πέπλο σάβανο
απ’ τίς κουβέντες που άκουγα να λένε.

Και τούς θυμάμαι όλους, πάντοτε, παντού,
και δεν θα τούς ξεχάσω ό,τι κι αν γίνει.

Κι αν μου φιμώσουνε ξανά τό στόμα που ούρλιαξε
για εκατομμύρια άλλους μέχρι τώρα

θέλω κι αυτοί τό ίδιο να μέ θυμηθούν
αν θα γιορτάσουνε τή μέρα που ’χω φύγει.

Γιατί αν ποτέ σκεφτούνε να υψώσουνε
μνημείο για τή μνήμη μου σ’ αυτή τή χώρα,

θα συμφωνήσω ήσυχα, με έναν όρο όμως μοναχά :
να μην τό χτίσουν στο γενέθλιό μου χώμα :

κι όχι μνημείο δικό μου πλάϊ στη θάλασσα
κι ο τελευταίος μου δεσμός με θάλασσα έχει σπάσει

ούτε στον κήπο με τά άγια τά δέντρα του,
όπου μια σκιά απαρηγόρητη μέ ψάχνει :

αλλά εδώ, εδώ που στήθηκα τριακόσιες ώρες και περίμενα
και δεν εδέησαν τήν πόρτα να μ’ ανοίξουν.

Γιατί ακόμα και τόν ελεήμονα τόν θάνατο αντικρύζοντας
τρέμω μην τύχει και ξεχάσω πώς ηχούσε η κλούβα

μην τύχει και ξεχάσω τό πώς μούγκριζε η μισητή η πύλη κλείνοντας
και πώς η γριά γυναίκα αλυχτούσε ζώο πληγωμένο μπρος της.

Κι ας τρέχουνε τά χιόνια λυώνοντας σα δάκρυα
από τ’ ακίνητα και μπρούτζινα τά βλέφαρά μου,

κι ας κρώζουνε τής φυλακής τά περιστέρια στην απόσταση
και τά καράβια να κυλάνε αργά στον Νέβα

                                                                                                    μάρτιος 1940

 

© για τήν μετάφραση «σημειωματάριο κήπων»
έκανα τή μετάφραση από τήν αγγλική έκδοση «anna akhmatova, selected poems / translated with an introduction by richard mckane and an essay by andrei sinyavsky / penguin modern european poets»
 
 

 

 

ωραία σελίδα αμερικανού ποιητή ρώσικης καταγωγής που μεταφράζει ποιήματά της παραθέτοντας και τό πρωτότυπο

βιογραφία της μεταφρασμένη στα ελληνικά

διάβασέ με : άλλες πληροφορίες και εργογραφία στα ελληνικά

κι εδώ ένα ενδιαφέρον κείμενο τής σόνιας ιλίνσκαγια τό ’98 όταν (ξανα)εκδόθηκε η μετάφραση τού «ρέκβιεμ» από τόν άρη αλεξάνδρου : αναφέρει ότι η ίδια είχε πρωτοδιαβάσει τό ποίημα στη ρωσία σε σαμιζντάτ, και κάνει και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τά μεταφραστικά προβλήματα τής αχμάτοβα

η σελίδα τής γερμανικής ταινίας a film about anna akhmatova

η σελίδα τής amazon με τά βιβλία της στα αγγλικά

εκδόσεις τού «ρέκβιεμ» στα ελληνικά :

η μετάφραση τού άρη αλεξάνδρου εδώ και εδώ

ένα ποίημα από τή μετάφραση αλεξάνδρου

μετάφραση δημήτρη β. τριανταφυλλίδη επίσης σε δίγλωσση έκδοση

update 24 φεβρουαρίου 8.28΄βράδι : στο μεταξύ έχουν “φαγωθεί” τρία βίδεα και δεν ξέρω από ποιον (προσπαθώ βέβαια να τά (ξανα)ανεβάσω αλλά δεν μού γίνεται τό χατήρι)
συγνώμη, θα επανέλθω και οψόμεθα (δεν φαντάζομαι να φταίει η λιβύη…) 
στο μεταξύ τά βλέπετε από εδώ : απόσπασμα μελοποίησης από τόν ούγγρο συνθέτη györgy kurtág (songs to poems by anna akhmatova, op. 41 – #4 ) εδώ : η ίδια η άννα αχμάτοβα (σε μεγάλη ηλικία) απαγγέλει και εδώ : μελοποιημένo από τήν ρωσίδα συνθέτρια zlata razdolina τό ρέκβιεμ (επίλογος, τέλος)

  

2o update 9 μαρτίου ξημερώματα (σχετικά με τό βιντεοπρόβλημα) : όπως είδατε όλα επανήλθαν – μετά από διαβουλεύσεις με τό support team τής wordpress διαφωτίστηκα (και τό λέω για όποιον τυχαίνει να ‘ναι εξίσου άσχετος στα τεχνικά με εμένα) : τά βίδεα για να ανέλθουν κανονικά πρέπει να μην έχουν υποστεί hyperlink κατά τό κοινώς λεγόμενον – περισσότερες λεπτομέρειες, όποιος είναι εξίσου άσχετος με μένα, μέ ρωτάει αύριο – διότι τώρα είναι ξημερώματα και μάλλον πάω για ύπνο

 

Φεβρουαρίου 2, 2011

susan sontag : παράταιρο τέλος

.

 

ή : μικρή παράγραφος για τή μεγάλη τέχνη :

  

οι ρομαντικοί θεωρούσαν τή μεγάλη τέχνη ως ένα είδος ηρωισμού, ως μία ρήξη ή μια υπέρβαση. Ακολουθώντας τά βήματά τους, οι μύστες τού μοντερνισμού ζητούσαν από κάθε αριστούργημα ν’ αποτελεί μιαν ακραία περίπτωση – να είναι τελειωτικό ή προφητικό, ή και τά δύο. Ο βάλτερ μπένγιαμιν διατύπωσε μια χαρακτηριστική μοντερνιστική κρίση όταν παρατήρησε (γράφοντας για τόν προυστ) : «κάθε σπουδαίο έργο τής λογοτεχνίας ιδρύει ή καταλύει ένα είδος». Όσο πολλούς προδρόμους κι αν έχει, τό πραγματικά σπουδαίο έργο πρέπει να φανεί ότι έρχεται σε ρήξη με ένα παλαιό καθεστώς και ότι όντως αποτελεί μια καταστρεπτική αν και ωφέλιμη ενέργεια. Ένα τέτοιο έργο επεκτείνει τό πεδίο τής τέχνης, αλλά συγχρόνως περιπλέκει και επιβαρύνει τό εγχείρημα τής τέχνης εισάγοντας νέα αυτοσυνείδητα κριτήρια. Διεγείρει και συγχρόνως παραλύει τή φαντασία.

τελευταία, η δίψα για τό πραγματικά σπουδαίο έργο έχει χάσει κάτι από τήν έντασή της. // Ο μοντερνισμός που θεωρήθηκε ως ένα επίτευγμα πραγματοποιημένο διαμέσου τών μεγαλεπήβολων εκείνων στόχων που έθεσαν οι Ρομαντικοί για τήν τέχνη (ως σοφία / ως σωτηρία / ως πολιτιστική ανατροπή ή επανάσταση) έχει υπερκερασθεί από μιαν αυθάδη παραλλαγή του η οποία κατέστησε δυνατόν για τή μοντερνιστική αίσθηση τών πραγμάτων να διαχυθεί σε μιαν απέραντη κλίμακα. Στερημένος τήν ηρωική αύρα του, τίς δυνατότητές του να ισχυρίζεται πως αποτελεί μια εναντιωτική αισθαντικότητα, ο μοντερνισμός αποδείχτηκε απολύτως συμβατός με τό ήθος μιας ανεπτυγμένης καταναλωτικής κοινωνίας. Τέχνη ονομάζουμε σήμερα μια τεράστια ποικιλία ικανοποιήσεων – τόν απεριόριστο πολλαπλασιασμό, και τήν απεριόριστη υποτίμηση, τής ίδιας τής ικανοποίησης. Όπου ανθίζουν τόσο πολλοί πειρασμοί, η δημιουργία ενός αριστουργήματος μοιάζει ανδραγάθημα οπισθοδρομικό, μια απλοϊκή μορφή ικανοποίησης. Τό Μεγάλο Έργο ανέκαθεν μη πειστικό (όσο μη πειστική θα ήταν μια δικαιολόγηση τής μεγαλομανίας), αποτελεί τώρα κάτι πραγματικά παράταιρο. Προϋποθέτει ικανοποιήσεις οι οποίες είναι σπουδαίες, σοβαρές και περιοριστικές. Ισχυρίζεται ότι η τέχνη πρέπει να είναι ειλικρινής και όχι απλώς ενδιαφέρουσα· να αποτελεί αναγκαιότητα και όχι απλώς πειραματισμό. Κάνει τά άλλα έργα να φαίνονται ασήμαντα, αψηφά τόν εύκολο εκλεκτικισμό τού σύγχρονου γούστου. Ωθεί τούς θαυμαστές του σε κατάσταση κρίσης.

 

: οι εισαγωγικές προτάσεις από τό δοκίμιο τής σούζαν σόνταγκ «ο χίτλερ τού ζύμπερμπεργκ» [susan sontag : «syberberg’s hitler», περιοδικό the new york review of books, τεύχος 21 δεκεμβρίου 1980]
μετάφραση γεράσιμου λυκιαρδόπουλου
στην ελλάδα κυκλοφορεί από τίς εκδόσεις «ύψιλον» με τόν τίτλο  «η γοητεία τού φασισμού (δύο δοκίμια)» : © 2010 ύψιλον/βιβλία
τά βιβλία τής susan sontag στ’ αγγλικά, και εδώ όσα έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά

  

 

  

.

  

 

 

 

.

 

 

.  

 

Επόμενη σελίδα: »

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.