σημειωματαριο κηπων

Μαΐου 17, 2010

t. s. eliot «burnt norton» : η μετάφραση {πάλι}

 

       

 

κουαρτέτο για γραφτή φωνή   
/ burnt norton

 

1.

 

 

Παρόν παρελθόν παρόντα ίσως στον μέλλοντα
Κι ο μέλλων να εμπεριέχεται στο παρελθόν
Αν όλοι οι χρόνοι είναι πάντοτε παρόντες
Όλος ο χρόνος είναι αιωνίως ανήλεος.
Ό,τι θα ήταν είναι μια αφαίρεση
Και παραμένει δυνατότητα εις τόν αιώνα
Σε έναν κόσμο μόνο που τόν σκέφτεσαι
Ό,τι θα ήταν, κι ό,τι ήταν
Τείνουν προς ένα τέλος, αιωνίως παρόν.

Ηχούν στη μνήμη βήματα που πέφτουνε
Κάτω σε έναν δρόμο που δεν πήραμε
Κι όλο προς μία πόρτα που δεν άνοιξε
Και βγάζει στις τριανταφυλλιές. Ηχούν τά λόγια μου
Και στο μυαλό σου με αυτόν τόν τρόπο.
                                                                      Όμως προς τί
Να ανακάτευα τή σκόνη μες στην κούπα με ξερά ροδόφυλλα;
Δεν έχω ιδέα.
                       Κι άλλα πράγματα αντηχούν
Και κατοικούν στον κήπο. Λες να πάμε;
 

Άντε και γρήγορα, είπε τό πουλί
Και να τούς βρεις, πήγαινε να τούς βρεις,
Κρύβονται στη γωνία. Από τόν πρώτο φράχτη,
πίσω. Μέσα στον πρώτο μας τόν κόσμο. Λες να πάμε;
Ν` αφήσουμε τήν κίχλη να μάς ξεγελάσει
Μέσα στον πρώτο κόσμο που είχαμε,
Ήταν εκεί, αξιοπρεπείς κι αόρατοι,
Κινούνται μα δεν βιάζονται, πατάνε φύλλα πεθαμένα,
Στη φθινοπωρινή τή ζέστη, και στου αέρα τόν σπασμό,
Κι έτσι μιλούσε τό πουλί, σαν ν` απαντούσε στην
Ανάκουστη τή μουσική που κρύβονταν στους θάμνους
Και η αχτίνα τού ματιού αόρατη έψαχνε για τριαντάφυλλα,
γιατί έχουν όψη λουλουδιών άξια να τά κοιτάξεις.
 

Ήταν εκεί σαν να `ταν ξένοι, να τούς δέχεσαι, να δέχονται,
Κι εμείς κινούμαστε, κι αυτοί,
κανονικός σχηματισμός,
Όλοι διασχίζουμε τόν άδειο χώρο, προς τόν κύκλο
που μέσ` σε κύβο λες έχει τ` αγκάθια
Να ρίξουμε και μια ματιά στην ξεραμένη τή λακκούβα τού νερού.
Να `ναι στεγνή η νερολακκούβα,
Να `ναι στεγνό και τό τσιμέντο,
Να `χει και χρώμα κει στις άκρες,
Και να `ν` γεμάτη η λακκούβα
με τό νερό απ` τό φως τού ήλιου
Και οι λωτοί να ανεβαίνουν,
ήσυχα, ήσυχα πολύ,
Κι η επιφάνεια να γυαλίζει
απ` τού φωτός τά φυλλοκάρδια
Κι εκείνοι πίσω μας να στέκουν
Και να τούς βλέπω στο νερό.
 

Ύστερα ένα σύννεφο ήρθε,
Και η λακκούβα είχε αδειάσει. Άντε, να φύγεις, είπε τό πουλί,
Τό δέντρο γέμισε παιδιά,
Που ξαναμμένα κρυφτό παίζουνε,
Κρύβουν τό γέλιο τους πολύ,
Άντε, φύγε, φύγε, είπε τό πουλί : οι ανθρώποι
δεν αντέχουν τήν αλήθεια για πολύ.
 

Μέλλον και παρελθόν και ό,τι θα `ταν
και ό,τι ήτανε στ` αλήθεια,
Τείνουν προς ένα τέλος μόνο
που είναι πανταχού παρόν.

 

 

 

{ : είναι μια μετάφρασή μου που είχα ανεβάσει (πειραματικά) στο άλλο σημειωματάριο, τό τεχνών· έκτοτε διαπίστωσα ότι έχει μονίμως θαυμαστές (ή θαυμάστριες) – δεν βγάζω φύλα από τήν κίνηση! – και, πάντως, μια περίεργη (και ευχάριστη – οφείλω να ομολογήσω) ζήτηση : πολλές φορές γκουγκλίζονται ολόκληροι στίχοι της, ίσως για να έρθει με σιγουριά η συγκεκριμμένη μετάφραση : έτσι σκέφτηκα να τήν ανεβάσω και στους κήπους  – πάντως μπορείτε να πάτε και στην αρχική δημοσίευση για περισσότερες πληροφορίες και περί τού ποιήματος και περί τού έλιοτ και, βέβαια, για τό αγγλικό πρωτότυπο – δεν θέλω να τά επαναλάβω εδώ και όλα – μια που τή μετάφραση τήν παραθέτω χωρίς καμιά αλλαγή από τό πρώτο εκείνο πείραμα τού περασμένου αύγουστου (ένας χρόνος σχεδόν…) }

αν πάτε όμως και στο μπαράκι με τίς μουσικές (και τά άλλα) κάτω δεξιά (τό vodpod δλδ στα widgets – στη 2η σελίδα) θα βρείτε και τήν πηγή τών ποιημάτων (πηγή ή έμπνευση ή έναυσμα, κατά τόν ίδιο τόν έλιοτ) : αποσπάσματα δηλαδή από τά τελευταία κουαρτέτα τού μπετόβεν – τήν πιο δύσκολη μουσική που έγραψε, και που δεν τήν άκουσε ποτέ – μόνο, φυσικά, μέσα του…

[εκτός από αυτήν τήν εξαιρετική εκτέλεση που θα τήν δείτε κατευθείαν από εδώ γιατί – κάποιος απαγόρεψε τή μεταφύτευση]

 

 

 

   

 

 

  

Μαρτίου 30, 2010

επιτάφιο μπλουζ

 

 

      δε λέω, ωραίο είναι τό ω γλυκύ μου έαρ (και τό πού έδυ σου τό κάλλος), πολύ ωραία ποίηση : εμένα μ’ αρέσουν όμως και άλλα πιο μοντέρνα επιτάφια, και λέω να βάλω σήμερα εδώ ένα – λόγω τών ημερών : δεν μπορώ να τό αρνηθώ δηλαδή ότι (για μερικές μέρες) μού επιβάλλεται κι εμένα – όσο αδιάφορη κι αν είμαι για τά θρησκευτικά αυτού τού είδους η θρηνητική άνοιξη μ’ όλ’ αυτά τά τραγούδια που διαχέουν μια πρωτόγονη αρχαία παγανιστική και άκρως προχριστιανική θλίψη : τό συγκεκριμένο γράφτηκε από έναν ομοφυλόφιλο, όπως θα διαβάσετε όμως στις πληροφορίες που δίνει ο σύνδεσμος στο τέλος δεν είναι σίγουρο ότι αφορούσε κάποιον όντως νεκρό φίλο στην προσωπική του ζωή – έτσι γίνεται άλλωστε κατά κανόνα η ποίηση [τό ίδιο όπως και μεσαιωνικός εκείνος ποιητής, καλόγερος μάλλον, (που πολύ θα ήθελα να ήτανε ο θαυμάσιος εβραιοσύρος μάγος – ο ρωμανός που δεν ήξερε καν ελληνικά – αλλά μάλλον κάποιος άλλος ήτανε) τήν ώρα που 'γραφε τόν θρήνο μιλώντας σα γυναίκα είναι σίγουρο πως κυρίως τήν φαντασία του θα 'βαλε να δουλέψει – για να μπορέσει να ξαναστήσει στα πόδια της εκείνην που απευθύνεται στο πεθαμένο της αγόρι με τό «γλυκιά μου άνοιξη εσύ»...]

      τό αγγλόφωνο επιτάφιο ή πένθιμο μπλουζ λοιπόν που βάζω σήμερα τό είδαμε ίσως οι περισσότερες να λέγεται στην ταινία τέσσερεις γάμοι και μια κηδεία και ίσως κιόλας από κει οι περισσότεροι να τό πρωτομάθαμε (έτσι γίνεται διάσημη η τέχνη πλέον, άμα τής κάνει τήν χάρη τό σινεμά ή η τηλεόραση – ) : επειδή όμως εκείνη η μετάφραση στους υπότιτλους δεν μέ κάλυψε λέω να παραθέσω μια ως πρώτη (και μάλλον τελευταία) δοκιμή, εδώ δικιά μου :

  

Να σταματήσουν τά ρολόγια, να κοπούνε τά τηλέφωνα
να μη γαυγίζουν τά σκυλιά που παίζουν με τά κόκκαλα
τά πιάνα να σιωπήσουν και τά τύμπανα να βγουν
να βγει έξω τό φέρετρο και οι μοιρολογίστρες να θρηνούν

Ψηλά να κάνουν κύκλους τά αεροπλάνα και να κλαίει ο ουρανός
να γράψει πάνω εκεί ψηλά τό νέο ότι Αυτός είναι νεκρός,
τά ταχυδρομικά τά περιστέρια να κρεμάσουν μαύρο κρέπι
κι οι ταχυδρόμοι να φορέσουν μαύρα γάντια πρέπει.

 ♥

Εκείνος ήτανε ο Νότος κι ο Βορράς μου, και η Δύση μου κι η Ανατολή
Η κυριακάτικη αργία μου και η βδομάδα μου η καθημερινή
Η νύχτα μου, τό μεσημέρι μου, ο λόγος μου κι η μουσική
Κι εγώ σκεφτόμουν ότι ο έρωτας είναι αιώνιος – ήτανε λάθος σκέψη αυτή.

  ♣

Είναι αχρείαστα τώρα τ’ αστέρια : να τά σβήσετε όλα.
Διαολοστείλτε τό φεγγάρι και τόν ήλιο να ξεχαρβαλώσετε
Χύστε στερέψτε τά πελάγη και τά δάση να ξεθεμελιώσετε
Τίποτα πια δεν μπορεί να ’ναι για καλό, αυτό να νιώσετε.

w. h. auden / funeral blues
  

  

κι εδώ τό αγγλικό πρωτότυπο τού ώντεν  κλικ και στην εικόνα ◊

  

  

  

  

και η σκηνή από τήν ταινία :

  

  

(δεν ευθύνομαι γι’ αυτούς τούς υπότιτλους στο έργο εγώ)
πάντως τά ελληνικά και τά αγγλικά στο ποίημα είναι τουλάχιστον νομίζω σαφή : λοιπόν καλές διακοπές και καλή ξεκούραση στους λίγους καλούς και τυχερούς φίλους τών κήπων που ταξιδεύουν αυτό τό πάσχα

 

 

 

 χρήσιμες πληροφορίες περί τού ποιήματος εδώ
η φωτογραφία επάνω, από τό βλογ τού baron blaa 

  


 kurt schwitters : relief in the blue square
© 1998-2008
The Roland Collection & Pira Intl.

  

  

 

 

 

 

 

 

 

Μαρτίου 22, 2010

εθνοδιεγερτικά : οδυσσέας δεσμώτης

 

    

                                                                              δεν φεύγει να γλυτώσει 

      πάρχει μια καταπληκτική ιστορία σε σχέση με τίς τελευταίες μέρες τού οδυσσέα όταν είχανε πάει να τόν πιάσουνε και στείλαν τ’ αποσπάσματα δηλαδή τού γκούρα, κι είχαν αποφασίσει οι καλαμαράδες να τόν κάνουνε πέρα για να μπορέσουν να συνεχίσουνε ανενόχλητοι : ο ανδρούτσος τότε είχε προνοήσει να κάνει εκείνην τήν καταπληκτική και ωραία σπηλιά όπως λέγεται (κανείς δεν ήξερε πού βρίσκεται και είχε μέσα όλα όσα εκείνος ετοίμαζε για τό κράτος που έλπιζε να φτιαχνόταν : μετά τό μεσολόγγι όπου έφτιαξε τήν πρώτη εφημερίδα τού ελεύθερου κράτους – όταν τό ελεύθερο κράτος συρρικνωνόταν και συμβολιζόταν και υπήρχε μόνο μέσα σε κείνην τήν πολιορκημένη πόλη με τό τειχαλάκι – μάζευε ό,τι άγαλμα εύρισκε – κάναν κι ανασκαφές όσο μπορούσαν μέσα στον πόλεμο – για τό μουσείο, τό πρώτο μουσείο τού κράτους όταν θα τό ’φτιαχναν : μπορεί λοιπόν να φανταστεί κανείς πώς θα ’τανε μέσα της αυτή η σπηλιά : μπορεί να φανταστεί μες στο σκοτάδι τό λευκό τών κούρων και τό λευκό τών κοριτσιών που βαδίζουν αργά έως ακίνητα περιμένοντας κάτι που δεν έγινε : κι η σπηλιά αυτή ακόμα δεν έχει βρεθεί : φυλάξαν καλά τό μυστικό της οι άνθρωποί του – : και ο τρελλώνης) : όταν πετάξαν τόν οδυσσέα απ’ τά βράχια τής ακρόπολης (μετά τά βασανιστήρια) – εκεί που ’ναι η πιο απότομη μεριά – δώσανε μάχη μαζί του, αν και τόν είχαν γερά αλυσσοδεμένο : ποτέ δεν συγκατατέθηκε αυτός ο όμορφος άντρας στον θάνατο – ίσως γιατί είχε τόσα να κάνει εδώ : γιατί εγώ (όπως έλεγε στο γράμμα του στους γαλαξειδιώτες) από τότε που θυμάμαι τόν εαυτό μου μόνο τούρκους εσκότωνα : κι όμως δεν είχα ανάγκη, γιατί έχω τ’ αρματολίκι μου εγώ και θα μπορούσα να ζήσω πλουσιοπάροχα με τούς τούρκους μαζί : κι όμως όχι ακριβώς τότε ελεύθερος : κι έτσι ακούω τόν δαίμονα που έχω μέσα μου και που μού λέει ότι δεν μπορώ να ζήσω ευτυχισμένος άμα δεν είμαι ελεύθερος κι άμα δεν είναι όλοι τό ίδιο ελεύθεροι, (τό ίδιο κι εσείς) : κι έτσι ο δαίμονάς μου μού έλεγε και πάντοτε τούρκους εσκότωνα.

      Αλλά δεν εσκότωνε μονάχα τούρκους : ήταν τόσο μοντέρνος που σήμερα θα τόν θεωρούσαμε αναρχικό εντελώς, και δεν υπήρχαν τότε ακόμα τά ονόματα : ήξερε όμως ότι η ελευθερία δεν είναι ζήτημα φυλής ειδικά : δεν είναι ζήτημα αίματος ειδικού : τό αίμα χύνεται σε κάθε περίπτωση όταν σκοπεύεις τό απλησίαστο : ήξερε ότι ο αγώνας γίνεται επίσης εναντίον τών πλούσιων ομοφύλων του και υπέρ τών φτωχών ομοφύλων του : ήξερε ότι αυτό που τόν ενδιέφερε μαζί με τήν ελευθερία ήτανε κι η ισότητα επίσης : κι αν δεν ήξερε τίς λέξεις είχε τό μυαλό να ξέρει τά νοήματα : πώς μπορείς να είσαι ελεύθερος όταν δεν έχεις τόν χρόνο σου και τό σώμα σου τελείως δικό σου, να είσαι ευτυχισμένος εσύ όπως ευτυχισμένοι μπορείτε να γίνετε όλοι ; πώς μπορείς να ’σαι ελεύθερος όταν είσαι φτωχός ενώπιον άλλων πιο πλούσιων ; που θα σού πιουν τό αίμα όπως ακριβώς και οι τούρκοι αυτοί ; (Σ’ αυτές τίς παγίδες πέφτουν μόνο οι σημερινοί επειδή αυτός έχασε επειδή χάσαμε επειδή κερδίσανε οι καλαμαράδες). Υπάρχει ένα δημοτικό γι’ αυτόν (τά ελληνικά τραγούδια τά ’χουν πολύ αγαπήσει ας πούμε οι γάλλοι, και τά διασώσανε (αλλά κι οι γερμανοί)) (ίσως δεν υπάρχει δεύτερο, ή δεν διασώθηκε δεύτερο από στόμα σε στόμα) (γιατί μέχρι να καταγραφούν υποκύπτουν τά τραγούδια στις δειλίες τών ανθρώπων – κι αυτή είναι η διαλεκτική τού χρόνου στην προφορική τέχνη απλώς) : και τό τραγούδι τελειώνει με τό εκπληκτικό αυτό δίστιχο :

 

δεν στο ’πα εγώ Δυσσέα μου δεν στο ’πα εγώ παιδί μου
με τήν Βουλή μην πιάνεσαι και τούς καλαμαράδες –

 

      Σημάδι ότι όλοι ξέραν καλά τί συνέβαινε. Και μόνο αυτός δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μπορεί τό αίμα να μην είναι αίμα και τά λεφτά να χωρίζουν τούς ανθρώπους τό ίδιο όπως και οι φυλές : τό ίδιο όπως τό αίμα : Πώς μπορώ να μιλήσω για τόν ανδρούτσο τώρα : Όλες οι ιστορίες που τόν τυλίγουν είναι τόσο περίεργες συνταρακτικές και ανείπωτες : Η ιστορία του με τήν γυναίκα του που ήταν ερωτευμένος μαζί της και τό παιδί τους που τό ’βγάλαν μαζί Λεωνίδα : (Κι έχουμε και κείνον τόν τρελλό τόν Τρελλώνη που τίς έχει διασώσει όσο μπόρεσε : μήπως αυτός δεν ήτανε άλλου είδους ταραχή ; ένας σκωτσέζος αριστοκράτης θεότρελλος (με τί χιούμορ εξελληνίζοντας τό όνομά του τού αποδώσαν αυτήν ακριβώς τήν ιδιότητά του αυτού τού Trelawny) που θεότρελλος ακριβώς έτρεχε πάνω–κάτω παντού όπου υπήρχε επανάσταση – ένας ακτιβιστής ρομαντικός και ακράτητος που έτρεχε παντού όπου υπήρχε εξέγερση μέχρι να ερωτευτεί τόν ανδρούτσο : και να μείνει εδώ : έμεινε μαζί του στη σπηλιά του μέχρι τό τέλος του : ο τρελλώνης τού τρελλώνη κι έπειτα έφυγε για τήν σκωτία κι έγραψε τότε γι’ αυτά : ) (Πώς, η κυρία ελένη φτωχή και μόνη στο λονδίνο ; κι ο γιος τού οδυσσέα ; αυτό τό παιδάκι σκοτωμένο στη βιέννη, δολοφονημένο από άγνωστους ; ) (Λες κι ήταν δυνατόν ν’ αφήσουν τόν Λεωνίδα ταγμένον πριν απ’ τήν γέννησή του κιόλας να φυλάξει τά λίγα στενά που υπήρχαν εδώ, έστω απλώς και μόνο να επιζήσει) (παρ’ όλ’ αυτά λένε ότι κάποιος τό ζωγράφισε τό παιδάκι αυτό πριν τήν εποχή που τό σκότωσαν : δεν είδα, (νομίζω δεν είδε κανείς) τήν εικόνα αυτή, ποιος να ψάξει απ’ τό κράτος αυτό (κι ούτε θέλει και κανένας να δει και τή φάτσα τού ανδρούτσου παιδί) (και παιδί ξεκούραστο χωρίς καν τά βάσανα τού μπαμπά του στο πρόσωπο και που μεγάλωνε (σε ορφανοτροφείο ίσως μεν) αλλά γελαστό είμαι σίγουρη και στοχαστικό και ίσως κιόλας μαζί, ή και έτοιμο, με τά άλλα παιδιά (τών αγωνιστών λέει η είδηση στο ίδιο ίδρυμα – φτιαγμένο λες ένα ίδρυμα από πριν για τόν θάνατο – όχι τών ίδιων αυτών τών μικρών αλλά τών μεγάλων τών πατεράδων τους) και αν υπήρχε μεγάλη ανάγκη και για τών ίδιων και τών μικρών, αν φαινόντουσαν έτοιμοι με τά άλλα παιδιά από τότε, αν τό αίμα τους ή τό βλέμμα τους ή τό μικρό προσωπάκι τους έδειχνε τί στο μέλλον μπορούσε να γίνει)). (Με περίεργο τρόπο επαναλαμβάνεται η ιστορία (για όποιον θέλει να δει) : έλληνες σκότωσαν κι ένα άλλο παιδάκι που κι εκείνο ήταν ύποπτο (χρόνια πιο πριν) ύποπτο και εκείνο και διάδοχο μιας απελευθέρωσης που θα μπορούσε να έρθει (να συντελεστεί δηλαδή πάλι πάνω στις στάχτες) και με στόχο πάλι τό ξαναχτίσιμο που αυτοί τό φοβώνταν από τήν ίδια τή στιγμή που καίγαν τήν πόλη και τήν γκρεμίζαν συθέμελα : και έτσι γκρεμίσανε και τόν εγγονό μιας γριάς από τά τείχη, ακριβώς ίδια όπως αργότερα θα γκρεμίζαν και τόν πατέρα τού λεωνίδα από τά δικά τους τά τείχη : και εδώ στην αθήνα όπως και εκεί στην τροία τά ίδια να τρέμουν : μόνο που ούτε ο λεωνίδας ούτε ο οδυσσέας είχανε τότε κοντά μια γυναίκα να πάρει τά σώματα και να τά κλάψει (μέσα στα χέρια της) όπως τό ’κανε ο ευριπίδης

  

      

 

      γιατί είναι απίστευτα αποσβολωτικό τό μοιρολόϊ αυτής τής γιαγιάς έτσι ρεαλιστικό όπως τό ’κανε : Σκέψου μονάχα τή σκηνή εκείνη δηλαδή τήν ώρα εκείνη επί τής σκηνής : μπροστά μας έχουμε τήν εκάβη, τήν κασσάνδρα, τήν παλιά ανδρομάχη, τήν παλιά ελένη, και όλες τίς άλλες τριγύρω τους (που προορίζονται να μπουν στα καράβια και να μεταφερθούν πλέον σκλάβες τών βαρβάρων εκείνων ελλήνων (περίεργο που ’πανε τόν ευριπίδη μοναχά μισογύνη και δεν τόν είπαν μαζί και μισέλληνα) έτσι όπως είναι λοιπόν η γριά ρημαγμένη νικημένη ηττημένη φορώντας καμμένα κουρέλια πάνω εκεί στη σκηνή ) όταν τής φέρνουν τόν εγγονό της (κάποιος τόν φέρνει, με ελάχιστο ίσως έναν οίκτο στα μούτρα του) τής τόν δίνουν να τόν κρατήσει λοιπόν για ελάχιστα, λίγο, στα χέρια της, τσακισμένον όπως τόν πέταξαν από τήν τρωαδική εκείνη ακρόπολη : τό τρελό θέαμα, ένα παιδί στην αρχή τής ζωής του να παραμορφωθεί εντελώς απ’ τόν θάνατο :

αχ τό σπασμένο αυτό κοκκαλάκι στο χέρι του
λέει κλαίγοντας, πρέπει να κλαίει
μέσ’ απ’ αυτό τό σπασμένο τό κόκκαλο μού γελάει ο χάρος :

      κι ύστερα τό μοιρολόϊ ασχολείται με τόν φόβο τών άλλων : σημάδι ότι υπάρχουν τριγύρω της συνεχώς στρατιώτες : γιατί σ’ αυτούς γυρίζει λοιπόν και φωνάζει (τούς έλληνες)

Βρε σεις δειλοί : τί φοβηθήκατε από ένα μωράκι ;
Φοβιτσιάρηδες που φοβηθήκατε ένα μωρό :

      δεν έσπασε : Θα σπάσει θα ακουστούν τά κλάματά της δηλαδή ασυγκράτητα τήν ίδια τή στιγμή που θα θυμηθεί και θα μιμηθεί τή σκέψη τού παιδιού και τή γλώσσα του :

Μωράκι μου, θα τού πει ξαφνικά,
μωρό μου εσύ που τό πρωί όταν ξύπναγες
ερχόσουν και χωνόσουνα τρέχοντας στο κρεβάτι μου
κι έμπαινες κάτω απ’ τά σεντόνια μου και τρέχοντας
κούρνιαζες πάνω μου μ’ αγκάλιαζες
και μού ’λεγες Γιαγιά μου εγώ σέ αγαπάω πάρα πολύ
γιαγιάκα και θα λυπηθώ πολύ εγώ
θα λυπηθώ πάρα πολύ εγώ γιαγιά όταν πεθάνεις.

      και μ’ αυτό γονατίζει απ’ τά κλάματα. Τί να πεις τώρα μετά, μπορεί κανείς (κι άραγε αξίζει) να προσπαθεί οποιοσδήποτε να ξαναγράψει μετά απ’ αυτόν ;

      Πάντως όμως στην βιβλιοθήκη τού σπιτιού υπήρχε ένα βιβλίο που μιλούσε για μια ιστορία η οποία είναι πολύ συγγενική και θλιβερή και υγρή απ’ τά κλάματα και εξίσου καλοειπωμένη σχεδόν με τά λόγια εκεινού τού θηρίου : μόνο που τώρα αυτός που αφηγείται (δεν είναι θέατρο εδώ) τά λέει σε μία γυναίκα (και εκείνη τά γράφει και τά λέει επομένως (τώρα) εκείνη σε μάς) λοιπόν όποιος τά λέει είναι τώρα γέρος πολύ, ήτανε δηλαδή ένας γέρος που τά είχε ακούσει όταν ήταν ο ίδιος παιδί και τού τά είχε πει (δεν είναι θέατρο αυτό, αν και ήταν ειπωμένα με τόσο ωραία αφήγηση και από τόσο έξοχο αφηγητή που γινόταν στο τέλος σαν να ’τανε θέατρο, με τήν σκηνογραφία τού χώρου τού πολύ ανοιχτού, και περίκλειστου πάλι, και τό πλήθος (τριγύρω του) σαν έναν χορό που κινούνταν αναποφάσιστος, και δεν ήξερε και κείνος τί θέλει (γύρω από κείνον που ήξερε περίφημα τί ήθελε) όλοι τότε σαν παραπαίοντας (εκτός απ’ αυτόν, που μολονότι γύριζε πίσω, ήξερε ότι έχει φύγει εντελώς (και μολονότι έχοντας εκτοξευτεί μέχρι τόν χρόνο αυτόν που σού μιλάω τώρα (και πιθανώς να τό έβλεπε) όμως δεν μπορούσε ούτε αυτός να πιστέψει πως έχοντας φύγει απ’ τόν χρόνο του ήταν μαζί και απόλυτα δέσμιος τού χρόνου, και τής κακίας, και τής απίστευτης εκείνης μικροψυχίας και αναξιότητας τής δικιάς του εποχής)) όντας όλοι στο τέλος επάνω σε άλογα) γέρος τότε πια εκείνος ο γέρος που τά έζησε, και που θέλησε προς τό τέλος πιθανόν τής ζωής του σε ένα παιδί να τά πει :

      [ Και έτσι δεν ήτανε ούτε από κακή όραση, ούτε από συμβιβασμό προς τόν θάνατο (αλλά μόνο από κάτι που θα μπορούσε κανείς να τό πει σαν ανείπωτο πείσμα στο να μην καταλάβεις και να μην θεωρήσεις και τόσο ισχυρή ή απόλυτη τήν μικροψυχία τής δικής σου (αποκλειστικά) εποχής ) που έγινε τόσο ανείπωτα κι απίστευτα (και βαθειά και πλατειά) ευριπίδεια φωκνερική παπαδιαμαντική και στανταλική αυτή η σκηνή : ]

 

      ίμαστε, λέει, όλοι μαζί τριγύρω του όταν ήρθαν να τόν πάρουνε και να τόν πιάσουν (εγώ τώρα τά λέω τά μεταφέρω δηλαδή όπως τά θυμάμαι από τήν αφήγηση αυτηνής : ) Είδαμε τούς ανθρώπους τού γκούρα που ξέραμε ότι τόν αγαπούσε παλιά : και τόν είχε κάνει πρωτοπαλλήκαρο κάποτε : και φοβηθήκαμε ότι θα πέσει δηλαδή στην παγίδα : και μαζευτήκαμε όλοι τριγύρω του εκεί στην σπηλιά, κι ο τρελλώνης μπροστά πιο μπροστά από όλους αυτός, και όλοι τού λέγαμε να μην βγει απ’ τήν σπηλιά : και να τούς πολεμήσουμε τούς καλαμαράδες, και τούς απεσταλμένους και τούς ανθρώπους τους και τόν γκούρα και όλους : που ’ταν και τό πρωτοπαλλήκαρό του παλιά : κι εκείνος είπε, ή εννόησε, ή εξήγησε : Θα πάω στο κράτος μας : έχουμε κράτος πια τώρα : γι’ αυτό πολεμήσαμε : αυτό περιμέναμε : σ’ αυτό θα πάω τώρα να μέ δικάσει – κι έχω εμπιστοσύνη : τά είπε ή τά εννόησε αλλά τά καταλάβαμε όλοι : Και βγήκε ο οδυσσέας τότε έξω, και βγήκαμε όλοι έξω μαζί, κι οι άλλοι οπισθοχώρησαν γιατί τόν φοβήθηκαν : και δεν έλπιζαν ότι θα βγει, και νόμιζαν ότι θα γίνει μάχη κι ότι θα σκοτωθούνε πολλοί : κι αυτός τότε πλησίασε τούς ανθρώπους τού γκούρα και είπε :

      Εμένα θέλετε, ορίστε, πάρτε με να μέ δικάσετε. Κι αυτοί τού είπανε :

      Πώς να σέ πάρουμε καπετάνιο ;

Κι αυτός τούς είπε :

      Δέστε με.

Κι αυτοί τού είπαν : Πώς να σέ δέσουμε καπετάνιο, δεν
      μπορούμε.

Κι αυτός απάντησε : Εγώ θ’ ανέβω στ’ άλογό μου κι εσείς να
      μέ δέσετε

      Και τόν κοιτάζαν που ανέβηκε στο άλογο. Και δεν τόν έδεσαν, δεν μπορούσε κανείς. Και ανεβήκαμε κι εμείς στα άλογα και φύγαμε τριγύρω του όλοι μαζί. Και όλοι τρέχαμε καλπάζοντας αργά–αργά, απ’ τή λύπη. Ούτε κι εκείνοι τού γκούρα τρέχαν πολύ περισσότερο και μέναμε όλοι πίσω του τότε, αργά.

      Αλλά ο οδυσσέας δεν μπορούσε να πηγαίνει αργά με τό άλογο. Κι ο διάολος μέσα του τέτοιος που ήτανε, τόν τσιγκλούσε να τρέχει και να φεύγει μακρυά. Κι ύστερα, αφού έκανε μια βόλτα και τόν χάναμε από τά μάτια μας λίγο ώς πέρα, ξαναγυρνούσε αυτός παιχνιδίζοντας και μάς πλησίαζε πάλι γελώντας και συγκρατώντας τό άλογο, και δείχνοντάς μας με τόν τρόπο του ότι ήθελε παρέα να τρέξουμε έστω για λίγο και εμείς μαζί.

      Κι εμείς είμαστε λυπημένοι, και πηγαίναμε αργά, σαν να τού κάναμε τήν κηδεία και να μην ήταν πια μπροστά μας εδώ, κι αυτός μετά από λίγο ανυπόμονος πάλι απομακρυνόταν γελώντας και παίζοντας : και χανόταν για λίγο με τό άσπρο τό άλογο στην κοιλάδα εκεί μέσα βαθειά, πριν τόν ξαναδούμε να παίρνει τή στροφή και να έρχεται και να γυρίζει ξανά και όλοι μας λέγαμε τότε από μέσα μας

      Δεν φεύγει θε μου να γλυτώσει.

απόσπασμα από τό μυθιστόρημα βιογραφίες αγνώστων
 
η αφήγηση που αναφέρεται στο κείμενο : από τό βιβλίο τής Ειρήνης Σπανδωνίδου : «Τραγούδια τής Αγόριανης» (Αθήνα, Πυρσός, 1939) 
ξαναβρήκα τίς επιστολές τού ανδρούτσου στο βλογ κλεφτουριά μια που δεν έχω μαζί μου τά βιβλία τώρα (και μού ’κανε κι ένα καλό, γιατί μπορώ να διορθώσω εδώ ένα λάθος τής μνήμης (μου) : τά περί τόν «δαίμονά του» δεν είναι στο γράμμα του προς τούς γαλαξειδιώτες [ 22 μαρτίου 1821 // σαν σήμερα δηλαδή... ] ( : … Τί τή θέλουμε, βρε αδέρφια, τούτη τή πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε από κάτω στη σκλαβιά και τό σπαθί τών Τούρκων ν’ ακονιέται εις τά κεφάλια μας ; Δεν τηράτε που τίποτα δεν μάς απόμεινε ; /…/ Ότι θα κάνομε πρέποντας, είναι να τό κάμομεν μιαν ώρα αρχύτερα γιατί ύστερα θα χτυπάμε τό κεφάλι μας… Μια ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάσει αυτό τό μαράζι, όπου μάς τρώγει τήν καρδιά ) αλλά σ’ εκείνο προς τόν αναστάσιο λόντο : ( Μολονότι εκέρδιζα εν καιρώ Τουρκίας, ο διάβολος μου μού αφήρεσεν αυτήν τήν κλίσιν… ) και νά ένα μέρος αυτής τής επιστολής, φωτοτυπία από τό phorum.gr
 
    

 

οι φωτογραφικές ανατυπώσεις τών επιστολών : από εδώ  
η εικόνα τού Ανδρούτσου στο άλογο : από τή σελίδα δημοτικό σχολείο γραβιάς 
η φωτογραφία τής επιστολής τού Κριεζώτη προς τόν Κωλέττη, από τή σελίδα  αργυρό εύβοιας 

  

  

 

 

 

 

 

 

 

Φεβρουαρίου 6, 2010

emily 1 + emily 2 + j. d. : η φήμη μέλισσα είναι : κι έχει κεντρί

 

στον Silent

Όσο έλειπα, μόνο ποίηση δεν διάβαζα. Διάβασα άλλα βιβλία, για τά οποία θα πω (μπορεί) σε επόμενα. Όμως σχεδόν όλο αυτόν τόν μήνα μ’ έναν ακαταλαβίστικο τρόπο τριγύρναγε στο μυαλό μου και βούιζε σα μέλισσα αυτή η έμιλυ – και λέω να τής αφήσω χώρο στην πρώτη ανάρτηση τού χρόνου να μιλήσει (περισσότερο) αυτή –

η φήμη μέλισσα είναι
κι έχει τραγούδι
κι έχει κεντρί
κι έχει, α, φτερό

– αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο ποίημα, δεν είναι απόσπασμα – είναι ολοκληρωμένο από κάθε άποψη : –

Fame is a bee.
It has a song –
It has a sting –
Ah, too, it has a wing.

 

emily dickinson, ποίημα αριθμού 1763 (χωρίς χρονολόγηση)

 

Δεν έχει καμιά σημασία να κάνω τώρα ψυχανάλυση να βρω γιατί μού ’χε κολλήσει αυτό τό ποίημα… Η ντίκινσον άλλωστε είναι ένας έρωτας ξαφνικός αλλά και πολύ παλιός… ( : κάποτε σε μια σχολή που ήμουνα είχα περάσει ένα μάθημα εξαιτίας της : έγραψα ό,τι μού κατέβηκε αλλά είχα τήν βεβαιότητα ότι αυτά που μού κατέβαιναν θα μού σώζανε, δεν μπορεί, τόν (χαμένο) χρόνο – μού τόν σώσανε – :  μού κατέβηκε κι έγραψα για τή στίξη της, δεν είχα διαβάσει πολύ και μάλλον δεν ήξερα τίποτα γενικά, αλλά είχα θράσος κι έτυχε να πέσω σ’ έναν καλοπροαίρετο άγγλο που τό εκτίμησε – όταν οι άγγλοι έχουν χιούμορ, έχουν χιούμορ για τά καλά… Γλίτωσα λοιπόν τότε ολόκληρο τόν χαμένο μου χρόνο, με τήν έμιλυ : αλλά δεν τήν θεωρώ στενό οικογενειακό μου πρόσωπο εξαιτίας αυτού – και μόνο : νομίζω ότι τήν καταλαβαίνω κιόλας επιπλέον, κι αυτό μού φτάνει : τήν καταλαβαίνω δλδ κι ας μη συμφωνώ μαζί της σε όλα, κι ας τήν βαριέμαι κιόλας ώρες-ώρες (με τά ατέλειωτα ρημαγμένα της μοναχικά της, τά αυστηρά κι ανήλεα).)

Γιατί η έμιλυ είναι πολύ σοβαρή φιλόσοφος, δεν είναι μια ευαίσθητη γυναίκα που ως μωρό έπαιζε πιάνο και τό έλεγε και moosic, και δεν γράφει απλώς καταπληκτικά αισθαντικά συγκλονιστικά ανεπανάληπτα ποιήματα : τά ποιήματά της είναι φιλοσοφημένα (ό,τι διάολο και να σημαίνει αυτό) επειδή ακριβώς είναι σκέτη ποίηση : επιμόνως και ξεροκεφάλως και αποκλειστικά και πάνω απ’ όλα (μόνο) ποίηση : δεν μπορείς δηλαδή να πάρεις και να αναλύσεις τίς ιδέες της. Οι ιδέες της είναι αυτές που είναι, επειδή ακριβώς είναι ειπωμένες με αυτόν τόν τρόπο. Πάντα αυτό δεν συμβαίνει ; Ναι, αλλά στην ντίκινσον συμβαίνει «κατεξοχήν». Η έμιλυ δεν «γράφει» ποίηση, έχει στην κυριολεξία περιορίσει τήν ποίηση στην ποίηση – θα μπορούσε να παραφραστεί ένας στίχος της εδώ – « Between the form of Life and Life / The difference is as big… » (between the form of Poem and Poem δηλαδή) (συμφωνεί από μακριά κι ο πάουντ που κατά τήν γερμανική αντίληψη ενός λεξικού που βρήκε κάποτε κατέληξε κι αυτός ότι dichten = condensare,  ότι τό ποίημα δηλαδή είναι η δυνατότητά του να συμπυκνώνει). Αλλά ποιος τόν λογαριάζει τόν πάουντ σ’ αυτήν τήν περίπτωση, δεν είν’ άξιος ούτε να τής φέρει πρωί-πρωί τίς παντόφλες… Εξάλλου η έμιλυ είναι τόσο μοντέρνα που κι ο πάουντ θα τρόμαζε… Η στίξη της μια που μιλήσαμε και γι’ αυτό,  είναι εκ πρώτης όψεως αλλοπρόσαλλη και παράλογα τρελλή – και εκ δευτέρας απολύτως λογική και ανήλεη – η ξεροκέφαλη αυτή κάνει ποίηση σχεδόν μόνο με τίς παυλίτσες της και τίς τελίτσες της θα μπορούσες να πεις (γι’ αυτό και στα ελάχιστα ποιήματά της που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, τής διόρθωναν οι εκδότες κατά κανόνα κυρίως τή στίξη) : σπάει έπειτα τόν ρυθμό σε βαθμό που να ακούγεται φάλτσα και να ενοχλεί, πρέπει να τήν ξαναδιαβάσεις και να χωθείς για τά καλά μέσα της ξεχνώντας ό,τι άλλο ξέρεις, πρέπει να γίνεις έμιλυ δηλαδή για να καταλάβεις τήν έμιλυ : και πρέπει να βρεις τόν δικό της ρυθμό μέσα στον σπασμένο ρυθμό, που τότε θα σού φανεί και σωστός ρυθμός – μόνο ο μπετόβεν που τόν κατηγόρησαν κι αυτόν για φάλτσα θα τήν καταλάβαινε ίσως εξαρχής και θα συμφωνούσε – και θα τήν άκουγε πιθανόν ευχαρίστως – αν μπορούσε να τήν ακούσει … Εξάλλου δεν σπάει μόνο τόν ρυθμό, αρνείται και τήν ομοιοκαταληξία, τήν κοροϊδεύει, κάνει ό,τι τής κατέβη με λίγα λόγια – έτσι φαίνεται…

 Εσχάτως έχει βγει και μια μόδα να τήν εξετάζουν ως σχιζοφρενή και να γράφονται και μελέτες (δεν θα δώσω πολλά βιβλιογραφικά στοιχεία σ’ αυτό τό ποστ, αν πάτε στη βίκι και εδώ και εδώ και αλλού, θα βρείτε άφθονα) για τό τί είδους ακριβώς και πόση ήταν η τρέλα της… Βασίζονται στις τελίτσες και τίς παυλίτσες της πάνω απ’ όλα… Όχι δηλαδή στις «ιδέες» της – που κι αυτές είναι αλλοπρόσαλλες αν τίς πάρουμε με τά τρέχοντα «λογικά» μυαλά –  αλλά κυρίως σ’ αυτό τό «σπάσιμο» τού ρυθμού, τόν τρόπο τής ομιλίας της δηλαδή…

Τό βρίσκω ξεκαρδιστικό, πολύ σοβαρό… Ακριβώς, στον «τρόπο ομιλίας» είναι τό ζήτημα, από εκεί προδίδονται και οι «ιδέες» και όλα τ’ άλλα… Κι η έμιλυ βρήκε πολύ νωρίς αυτόν τόν τρόπο ομιλίας –

Και πού ; Στην πιο μαύρη βικτωριανή αμερική τών πουριτανών στην μασαχουσέτη, στο amherst, που ο παππούς της ίδρυσε και τό περίφημο κολέγιό του – προερχόταν από εξαιρετικά καθωσπρέπει οικογένεια η δύστυχη…

 

A day! Help! Help! Another Day!

Could live – did live –
Could die – did die –
Could smile upon the whole

( : από τά ποιήματα 42 και 43, που είναι περίπου τού 1858 – τά περισσότερα ποιήματα δεν έχουν χρονολόγηση – τή χρονολόγηση οι μελετητές τή συνάγουν κυρίως απ’ τίς αλλαγές στον γραφικό της χαρακτήρα) : διότι η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ούτε να βάλει χρονολογία, ούτε περίμενε κατά πάσα πιθανότητα ότι θα εκδοθεί και ποτέ… και πόσο μάλλον ότι θ’ ασχολούμαστε εμείς μαζί της 180 χρόνια μετά από τή χρονιά που γεννήθηκε… ξέρω ότι δεν μού ανήκει η φήμη – γιατί αν μού ανήκε… έγραφε σ’ ένα της γράμμα. Ε, εδώ μπορεί να πει κανείς ότι δεν τά ’ξερε βέβαια όλα και εντελώς καλά – έπεσε μέσα μόνο όσο ακριβώς αφορούσε τόν χρόνο τής ζωής της… ( : παραφράζοντας (πάλι) / Between the time of Life and Life / … τό ποίημα αυτό ας συμπληρώσω ότι είναι τό υπ’ αριθμ. 1101 τού 1866 –  και εδώ έχουμε ακριβή χρονολόγηση – )

Δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει τήν ώρα ώς τά 56 της που πέθανε, και κείνη τήν εποχή όταν κάποιος – γυναίκα – πέθαινε, οι συγγενείς του ευλαβικά τού καίγαν όλα τά προσωπικά του χαρτιά, έτσι η αδελφούλα της τής έκαψε τήν αλληλογραφία απ’ τήν οποία σίγουρα θα μπορούσαμε να μάθουμε και κάτι περισσότερο – η ίδια πάντως δεν ομολόγησε ποτέ ότι φοβόταν τόσο πολύ τόν πατέρα της – αντίθετα άφησε δείγματα απέχθειας προς τήν μονίμως άρρωστη μαμά της… Αλλά για να μην κατηγορούμε τήν αδελφή μονόπαντα, ήταν αυτή που καλώς–κακώς έσωσε πάντως ό,τι έργο της έχουμε σήμερα – βρήκε σ’ ένα μπαούλο δηλαδή στο δωμάτιό της (στο οποίο η έμιλυ τά τελευταία χρόνια δεν άφηνε να μπει κανείς, κι απ’ τό οποίο σχεδόν δεν έβγαινε πια καν, κι απ’ όπου μισανοίγοντας ίσως τήν πόρτα απλώς, και βγάζοντας έξω μόνο τό κεφάλι (μάς παραδίνεται αυτή η εικόνα από ανθρώπους που προσπάθησαν να τήν επισκεφτούν) θα έδωσε και τήν παραγγελία στην αδελφή να τής καταστρέψει τά ποιήματα μετά θάνατον) (ακριβώς, έχετε δίκιο να θυμόσαστε τόν κάφκα και τήν εντολή του στον μαξ μπροντ εδώ) κάπου 1800 ποιήματα λοιπόν γραμμένα ακόμα και πάνω σε χαρτάκια πασαλειμμένα από τό αλεύρι τής κουζίνας γιατί η έμιλυ ήταν γνωστή σ’ όλο τό άμχερστ ότι έψηνε περίφημο ψωμί – είχε πάρει και τό σχετικό βραβείο… Είχε μια μάλλον ομοφυλόφιλη (έστω και μάλλον μόνο στο μυαλό της) σχέση με μια φίλη της – τήν οποία παντρεύτηκε ο αδελφός της και με τήν οποία εκείνος δυστύχησε – κι εκείνη μάλλον εξίσου… Εντέλει ο αδελφός συνήψε και μια παράνομη σχέση με μία mabel η οποία (αξιοπρεπέστατη, και πολύ ενδιαφέρουσα κυρία – χωρίς να έχει γνωρίσει τήν έμιλυ ποτέ προσωπικά – τήν ήξερε όπως είπε ως Τόν Μύθο τής πόλης) θα βοηθούσε στην πρώτη μετά θάνατον έκδοση τών ποιημάτων της, όσων βρέθηκαν : γιατί αργότερα βρεθήκαν κι άλλα… (η φίλη της η sue, η γυναίκα τού αδελφού της τού awe, είχε καμπόσα) : η πρώτη πάντως συλλογή πέρασε από γερή διόρθωση και στη στίξη και σε άλλα : τελικά τό σώμα τών ποιημάτων της εκδόθηκε για πρώτη φορά ολόκληρο, πιστά και χωρίς καμιά επέμβαση στη μορφή του, τό 1955 – τέσσερα χρόνια μετά τήν έκδοση τού πρώτου (και μοναδικού) μυθιστορήματος τού j. d. salinger τό 1951…


φωτογραφία τού salinger με τήν κόρη του margaret.
ο j. d. salinger δεν έγραψε σίγουρα τήν franny και τόν zooey με πρότυπο τά δικά του παιδιά…
ο γιος του matt είπε για τό βιβλίο που η αδελφή του έγραψε για τόν πατέρα τους :
«δεν μού φαίνεται να μεγαλώσαμε στο ίδιο σπίτι»…

Όσο απομονωμένη και περίπου ολομόναχη έζησε η έμιλυ, τόσο απομονωμένος αλλά καθόλου ολομόναχος (προσπάθησε) να ζήσει τό δεύτερο μισό τής ζωής του ο salinger – τού οποίου προσωπικά, και από ανέκαθεν, κι όχι μόνο τώρα που πέθανε, μού άρεσαν πολύ περισσότερο τά συντομότερα έργα του, αυτά που ασχολούνται με τήν οικογένεια glass και με τά παιδιά τής οικογένειας glass… Πιστεύω ότι ο φύλακας στη σίκαλη είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα αλλά λίγο επιφανειακό, εκφράζει πάρα πολύ καλά μια συγκεκριμένη εποχή (τίς υπόγειες αλλά έτοιμες να εκραγούν τάσεις της) και γι’ αυτό έγινε και διάσημο αμέσως. Ο μύθος τής οικογένειας glass είναι πολύ πιο δύσκολος και εσωτερικός, και πιστεύω ότι σ’ αυτόν εκεί βρίσκεται τό πραγματικά καλύτερο έργο τού σάλινγκερ (εγώ έτσι τόν λέω γιατί μού θυμίζει σαλιγκάρι…). Ο seymour ο γάμος του η αυτοκτονία του ο zooey η franny η εφηβεία τά παιδικά τους χρόνια, όλο αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και νομίζω ότι εκειμέσα ο salinger βρίσκεται και πολύ περισσότερο και διαρκέστερα : – τώρα που – ελπίζω – θα εκδοθούν τά βιβλία που έγραψε τά χρόνια τής απομόνωσης (είναι σαφές πως ήθελε τήν ησυχία του για να γράψει, και είναι πολύ ενδεικτικό που θεωρούσε πως κάθε έκδοση βιβλίου είναι 8 τουλάχιστον χαμένοι μήνες τή φορά – χαμένοι από τό γράψιμο διευκρίνισε) θα δούμε αν ασχολήθηκε κι άλλο ή μήπως και μονόπαντα, με τήν οικογένεια αυτή –.  Στον τρόπο βέβαια με τόν οποίον γράφει ο σάλινγκερ στα χρόνια τής ωριμότητάς του τόν μύθο τής οικογένειας γκλας ακούμε τούς τριγμούς και τίς ραφές και τά ψίχουλα από τήν τσέπη τού φώκνερ, αλλά αυτό δεν πειράζει, (τό λέω κινδυνεύοντας να παρεξηγηθώ – αλλά δεν μέ πειράζει και τόσο προκειμένου να πω τή γνώμη μου – ) στην  τσέπη τού φώκνερ βρισκόμαστε όλοι όσοι γράφουμε από τόν φώκνερ και μετά – θέλουμε δεν θέλουμε. Εξάλλου αν η σκέψη σάς φαίνεται πρωτοφανής πρέπει να σάς πω ότι όλα τά μοντέρνα γραψίματα που κυριαρχούν ένα γύρω, εσωτερικότητες και μαγικοί ρεαλισμοί και λοιπά δημοφιλή τούμπανα, από τά ψίχουλα τής τσέπης τού φώκνερ προέρχονται (βασικά και κυρίως και κατά μετάφραση παράφραση απλοποίηση εκλαΐκευση και διευκόλυνση) – και όχι καθόλου σε καμία περίπτωση από τόν τζόυς ή τόν προυστ. Δεν φταίει βέβαια ο φώκνερ γι’ αυτό, όπως και δεν φταίει ο σαίξπηρ για τό άλλο. Άλλωστε ο φώκνερ ούτε καν τό φανταζότανε (ότι δημιουργούσε έναν τρόπο ομιλίας επί τής πλάτης τού οποίου θα εισερχότανε μοναδικός και ολομόναχος περίπου στον αιώνα που έπονταν) – ο ίδιος θαύμαζε πολύ τόν τζόυς – όταν μάλιστα (λέγεται) η γυναίκα του (που προσπαθούσε κατά παραγγελία του να τόν διαβάσει) έφτασε κάποια στιγμή και μέσα στο αεροπλάνο νομίζω, ακούμπησε τό τούβλο τού νεοεκδομένου «οδυσσέα» στα γόνατά της και τού ’πε (απελπισμένη) «δεν καταλαβαίνω γρυ» ο γλυκύτατος αμερικάνος που δεν θα ’παιρνε τό νόμπελ αν δεν ήτανε στη μέση και κάτι γάλλοι να τόν καταλάβουν λίγο περισσότερο (νόμπελ τό οποίο δεν πήρε καθόλου ο σάλινγκερ, παρά τίς φιλότιμες προσπάθειες κάποιων αρθρογράφων που με τήν ευκαιρία τού θανάτου του τόν αναγόρευσαν και σε «μεγάλο νομπελίστα» (ο πρωταθλητισμός θεωρείται πλέον τόσο καθεστώς και στην τέχνη – ώστε αν δεν είσαι νομπελίστας, πώς στον κόρακα θα είσαι και μεγάλος * – ) λέγεται ότι τής είπε κοιτάζοντάς την κάπως σαν με μισό μάτι και πλαγίως παρόλο που (πολύ) τήν αγαπούσε (ακόμα) : try again.

να βλέπεις θερινό ουρανό είναι
ποίηση, όμως ποτέ δεν είναι σε βιβλίο –
τ’ αληθινά τά ποιήματα ξεφεύγουν –

να βλέπεις καλοκαιρινό ουρανό αυτό είναι
ποίηση, ποτέ δεν είναι όμως σε βιβλίο –
τ’ αληθινά τά ποιήματα ξεφεύγουν –

To see the Summer Sky
Is Poetry, though never in a Book it lie –
True Poems flee –

(ποίημα υπ’ αριθμ. 1472, περίπου τού 1879)

 

 

 

 

 

Δεν έμαθε ποτέ να λέει τήν ώρα αλλά είχε μεγάλες απαιτήσεις από τόν χρόνο γύρω της, τίς ίδιες ακριβώς που είχε κι απ’ τόν χώρο υποθέτω – άλλωστε πριν πεθάνει άφησε λεπτομερείς, λέγεται, εντολές – που εισακούστηκαν – για τήν ιστορία τό λέω αυτό – και για τό κύρος που είχε στην οικογένειά της και τήν μικρή πόλη γύρω της αυτή η έγκλειστη – εντολές λεπτομερείς από τοπογραφική άποψη για τό πώς να περιφέρουν τή σορό της μέσα στο φέρετρο (καθόλου δεν ήθελε άμαξα – αυτή που έγραψε τό περίφημο για τόν θάνατο στην άμαξα και τά λοιπά – ^ ) και από ποια λουλούδια και δρομάκια τού κήπου (τόν οποίο ήταν και πολύ ικανή στο να τόν φροντίζει – εκτός από τό ψωμί που έψηνε, στο άμχερστ ήταν περίφημη και για τίς βοτανολογικές της γνώσεις) να τήν περάσουν : κανόνισε έτσι λοιπόν τή διαδρομή επιβλέποντας λες τόν χρόνο εκ τών προτέρων, για τότε που δεν θα είχε πλέον χρόνο, με τό σταγονόμετρο –

Δεν ήταν όμως ακριβώς δική της ιδέα τό ποίημα που διάβασε ο ένας από τούς δύο ή τρεις άντρες με τούς οποίους καταδέχτηκε να ασχοληθεί (και με τούς οποίους αλαζονικά και ταπεινά ασχολήθηκε) στη ζωή της…

Αλλά ήταν καλή ιδέα, τόσο που να εκπλήσσεται κανείς. Αυτός ο άντρας δεν κατάλαβε τίποτα από τήν έμιλυ. Και σε προσωπικά του γράμματα ομολογούσε ότι τού ήτανε και εξαιρετικά δυσάρεστη, βαρέως καταθλιπτική η συναναστροφή μαζί της – τήν είδε δυο φορές, αλλά αλληλογραφούσανε. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο εμπιστευότανε τήν «παραγωγή» της, τόν διάλεξε για μέντορα να πούμε, ή για σύμβουλο – έβγαζε κάποιο περιοδικό αυτός ( ο higginson). Δεν κατάλαβε τίποτα, αλλά ήξερε φαίνεται αρκετά, για να ξέρει ποιο ποίημα τής άλλης έμιλυς – τής πεζογράφου κατεξοχήν – ετούτη η αλλόκοτη ντίκινσον αγαπούσε. Κι έτσι, πάνω από τή σορό της διάβασε τό ποίημα τής μπροντέ που άρχιζε :

ψυχή δειλή καμιά δικιά μου…

No Coward Soul Is Mine

Η χρονολογική σχέση μεταξύ τών δύο έμιλυ έχει ένα ενδιαφέρον : η μπροντέ γεννήθηκε στις 30 ιουλίου τού 1818 και πέθανε, στα τριάντα της, στις 19 δεκεμβρίου τού 1848 (εκείνη τήν περίφημη χρονιά τών επαναστάσεων, ε; ) (πλησιάζαν χριστούγεννα, μπορούμε να φανταστούμε τήν εποχή στην αγγλία και τό κρύο… ο αδελφός της ο μπράνγουελ είχε πεθάνει λίγο πριν…  και η έμιλυ έκανε κάτι σαν αυτοκτονία, εκτός κι αν θεωρήσουμε πως πίστευε απόλυτα πως είναι αθάνατη… σε μια εποχή που τά κρυώματα ήταν για όλους θανατηφόρα παρακολούθησε τήν κηδεία ντυμένη, παρ’ όλη τήν εκπεφρασμένη και έντονη και αλλόφρονα ανησυχία τών άλλων, πανάλαφρα – μού δίνει τήν εντύπωση ότι ήθελε να επιμείνει σε κάποιο – εσωτερικό – καλοκαίρι – έχω δηλαδή τήν πεποίθηση πως ο θάνατος τού branwell τήν έπληξε μ’ έναν τρόπο που δεν ήθελε καν να τόν παραδεχτεί εμφανώς – γιατί οι σχέσεις τών παιδιών μεταξύ τους όπως είχαν διαμορφωθεί, μάς λένε ότι οι φιλίες ήταν στενότερες μεταξύ έμιλυς και άννας, και ότι τόν μπράνγουελ θεωρούσε προστατευόμενό της κυρίως η σαρλότα (η οποία φαίνεται να σακατεύτηκε κι απόλυτα από τίς «κραιπάλες» και τά ερωτικά του σκάνδαλα)… αλλά η σαρλότα ήταν πιο προσγειωμένη… Μέσα στο έργο τής έμιλυς προσωπικά βλέπω να διαγράφεται μια περίεργη αντίληψη για τόν συμβολισμό και τή λειτουργία τών ονομάτων (θα πω άλλη φορά γι’ αυτό, σε ανάρτηση αφιερωμένη εξολοκλήρου, αν τά καταφέρω, σ’ αυτό τό απίστευτο θηρίο πεζού λόγου…) και εμένα προσωπικά μού δίνει στοιχεία όλο αυτό για μια άλλη, μυστικότερη, και πολύ πιο ερωτική (από τίς απλές, πρακτικές, και ευθέως πουριτανικές προστασίες τής σαρλότας) σχέση μεταξύ τής ατίθασης μοναχικής περήφανης έμιλυς και τού ατίθασου περήφανου και καταπτοημένου μπράνγουελ… Τέλος πάντων, δεν έχει (πια) σημασία : πήγε στην κηδεία σαν να ’θελε να πεθάνει κι εκείνη, ή σαν να ’θελε αντιθέτως να ξορκίσει τόν θάνατο… Δεν τά κατάφερε, και πιστεύω ότι θύμωσε ή έμεινε και στην κυριολεξία κατάπληκτη τελικά… γιατί ενώ αρνιότανε τή βοήθεια τού γιατρού μέχρι τήν τελευταία στιγμή, ξαφνικά  (τελευταία μέρα) είπε ξέπνοα στην αλλόφρονα σαρλότα «εντάξει, πέστε του νά ’ρθει» – αλλά ήταν πια αργά… )

Μέ πληγώνει βέβαια (κι όχι μόνο εμένα) να σκέφτομαι τί άλλο θα μπορούσε να ’χε γράψει… Αλλά με τήν ξεροκεφαλιά της τό μετατρέπει όλο αυτό κατεξοχήν σε ανόητο… Πάντως υπάρχει ένα ανέκδοτο από τή ζωή τών παιδιών όταν ήταν ακόμα πολύ μικρά, που τό βρίσκω, κι από κινηματογραφική ακόμα άποψη – σαν εικόνα δηλαδή – απολύτως εξαίρετο : Υπήρξε ένας άνθρωπος δηλαδή στο haworth, τό χωριό που μένανε, που πλήρωσε ο ίδιος με κυριολεκτική πεζοπορία τά γραψίματα τών παιδιών τής οικογένειας μπροντέ όταν ακόμα γράφαν και ποίηση… : Αν θυμάμαι τό ’χει περιγράψει ο ίδιος : Ήταν με λίγα λόγια ο Χαρτοπώλης τού χωριού – ο βιβλιοπώλης να πούμε… Λοιπόν, τά μικρά τής οικογένειας τού πάστορα [ τού οποίου btw τό ιρλανδικό όνομα ήτανε Brunty(αφού πρώτα αγγλοποιήθηκε, γιατί τό αρχικό ιρλανδέζικο τής οικογένειας ήτανε μάλλον Ó Proinntigh και αγγλοποιήθηκε πρώτα σε Prunty, τό μετέτρεψε όμως μόνος του σε Brontë απ’ τήν μανία του με τά (αρχαία) ελληνικά και για να παραπέμπει στον κύκλωπα (λένε) Βρόντη, ή στην ελληνική λέξη βροντή – ήτανε βλέπετε διανοούμενος (αν και πάμφτωχος, σ’ αντίθεση με τόν πουριτανό τής άλλης έμιλυς) ο μπαμπάς – και που να ’ξερε τί θέση τού επιφύλλασσε η μοίρα στην ενγένει διανόηση λόγω τών τεσσάρων μωρών ] τά πιτσιρίκια λοιπόν τόν είχαν τρελάνει τόν βιβλιοπώλη και πηγαίναν και τού αγοράζανε κάθε τόσο (πολλά) χαρτιά για να γράφουν τά ατέλειωτα μυθιστορήματα και τά ποιήματα που γράφανε (από πολύ μικρά) [τσακίζαν στα οκτώ τά χαρτιά και τά κάνανε μικρά χαριτωμένα τομάκια στα οποία γράφανε με μικρούλικα γραμματάκια – συμμετείχε κι ο branwell βέβαια τότε, μολονότι ζωγράφιζε κιόλας αυτός (μεταξύ μας νομίζω ότι ήτανε και πολύ καλός ζωγράφος) – ό,τι αξιόπιστες εικόνες έχουμε από τά κορίτσια είναι από τή δική του ζωγραφική – και στο ένα ομαδικό πορτραίτο που πήγε να κάνει και είχε βάλει και τόν εαυτό του μέσα  (ανάμεσα σε έμιλυ και σαρλότα) ύστερα από λίγο τόν εαυτό του τόν έσβησε, έτσι υπάρχει εκεί ένα κενό] λοιπόν ο χαρτοπώλης είχε πει (δεν θυμάμαι αν ήτανε μετά τήν διασημότητα τής σαρλότας, ή αν τό ‘χει γράψει στο ημερολόγιό του απλώς) ότι στην αρχή παραξενεύτηκε μόνο, τί τά κάνανε τόσο πολλά χαρτιά τά μικρά τού πάστορα, αλλά στη συνέχεια αποδέχτηκε τήν κατάσταση, και ακόμα πιο μετά, επειδή μεγαλώνοντας τά παιδιά η κατάσταση δεν άλλαζε και τά κορίτσια μπορεί να ‘ρχόντουσαν οποτεδήποτε και να τού ζητούσαν κι άλλα χαρτιά, άρχισε να ‘χει και άγχος : επειδή όμως ήταν ευσυνείδητος χαρτοπώλης βρέθηκε πολλές φορές, διαπιστώνοντας με τό τέλος τής μέρας ότι δεν είχε και τόσο πολλά χαρτιά για τήν επομένη, κατά τήν οποία πιθανόν να τόν επισκέπτονταν πάλι αυτά τά μανιακά με τό χαρτί, ξεκίναγε μες στη νύχτα (και με τά πόδια) για τήν κοντινή πόλη, ώστε ευσυνείδητα να βρει ν’ αγοράσει και να ‘χει για τήν επομένη (επαρκές) χαρτί.
Αυτά, για να αποδίδουμε και τά εύσημα που αρμόζουνε στον κάθε σχετικόν με τήν τέχνη. Μπορούμε να φανταστούμε δηλαδή τί (καταστροφή) θα συνέβαινε, αν η έμιλυ χρειαζότανε π.χ. χαρτί για να περιγράψει, ξυπνώντας ένα πρωί, τή σκηνή ανάμεσα στην κατερίνα και τήν νέλλη (εκείνη τήν σκηνή τού Νέλλη, είμαι ο Χήθκλιφ… ) και το χαρτί εκείνη τή μέρα είχε τελειώσει ; επειδή ο χαρτοπώλης βαριόταν τήν πεζοπορία ; (και ποιος ξέρει δηλαδή αν θα τό ‘γραφε και με ακριβώς τά ίδια λόγια τήν άλλη μέρα ; … )

Η ντίκινσον γεννήθηκε στις 10 δεκεμβρίου τού 1830 (δώδεκα χρόνια μετά τήν μπροντέ) και ήτανε δηλαδή χειμωνιάτικη, ενώ η άλλη έμιλυ γεννήθηκε μέσα στο ντάλα καλοκαίρι, όπως κι αν είν’ τό καλοκαίρι στο yorkshire, πέθανε όμως στις 15 μαΐου τού 1886, μέσα στην άνοιξη, που ο κήπος της θα ‘τανε ανθισμένος, όπως κι αν ήτανε οι (ανθισμένοι) κήποι στην μασαχουσέτη… Επέζησε δηλαδή η αμερικάνα τής αγγλίδας κατά 38 χρόνια, δεν ξέρουμε όμως αν τήν είχε διαβάσει κιόλας, διότι ο πουριτανός πατήρ  ασκούσε αυστηρή επίβλεψη στα βιβλία που μπαίναν στο σπίτι… (ξέρουμε όμως ότι από τόν αδελφό william – awe, ή κάποια φίλη, είχε εισέλθει κρυφίως μία σαρλότα, και ότι σαίξπηρ στη βιβλιοθήκη υπήρχε… – συνάγουν μάλιστα ότι τό όνομα που έδωσε η ντίκινσον στον σκύλο της ήταν προς τιμήν τού σκύλου carlo στην τζαίην έυρ). Παρεμπιπτόντως, σκύλο, και πολύ αγαπημένο μάλιστα, είχε και η άλλη έμιλυ – ο οποίος keeper στην κηδεία της τήν θρήνησε, και τόσο γοερά, που έμεινε στη μνήμη όλων, κι έτσι φτάνει μέχρι εμάς.
Και τά δύο κορίτσια δεν ήταν παντρεμμένα, και ξέρουμε ελάχιστα για τήν ερωτική ζωή τής ντίκινσον, τίποτα απολύτως δε για τήν τής μπροντέ – κι αυτό είναι ακόμα πιο εκνευριστικό διότι η κατεξοχήν ερωτική συγγραφέας είναι η μπροντέ… Υπάρχει όμως μια αμαρτωλή ερωτική ιστορία (έστω και ανολοκλήρωτη) στη ζωή τής ντίκινσον – η σχέση με τήν φίλη της sue – και μία επίσης απαγορευμένη (αυτήν τήν συνάγω εγώ, δεν έχω δει να τήν εντοπίζουν μέχρι στιγμής αν και είναι κατά τή γνώμη μου μάλλον εμφανής) τής μπροντέ – αυτή με τον αδελφό της (σιγουρότατα αυτή ανολοκλήρωτη, γιατί αν υπήρξαν παιδικά «παιχνίδια» μεταξύ τους, αυτά δεν εμπίπτουν στην κατηγορία τής «ολοκλήρωσης»)… Τής ντίκινσον έχει σωθεί επίσης ένα τμήμα αλληλογραφίας, σαφώς, υπογείως αλλά μάλλον παθιασμένα, ερωτικής με κάποιον άντρα που τόν αναγορεύει επιπλέον και my master (δεν εννοώ τόν μέντορα) – Μέ γοητεύει η ιδέα να δω καμιά φορά τήν ερωτική ζωή τών περασμένων ανθρώπων που γράψαν για τόν έρωτα ενώ δεν κάναν ποτέ έρωτα στη ζωή τους… Και γράψαν έτσι, που να μάς εκφράζουν, και να μάς ξεπερνάνε, εμάς που ζούμε υποτίθεται ολοκληρωμένα… (Για τήν έμιλυ τής αγγλίας οι υποθέσεις μπορεί να είναι πολλές… Μην ξεχνάμε ότι δεν χάρηκε κανένα ταξίδι, ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό, κι ήθελε να ξαναγυρίσει στα βουνά της – στα λειβάδια στα ρείκια στους βάλτους κλπ… (Μόνο σ’ αυτά, ή υπήρχε και πρόσωπο που τήν έδενε μ’ αυτές τίς μοναχικές περιπλανήσεις ; )) Πάντως η σχέση τών γυναικών αυτών με τήν φύση (και οι δύο έμιλυ έχουν μια σχέση με τήν έννοια τού τοπίου, εξαιρετικά κυρίαρχη) διαψεύδει απολύτως κάποιους άντρες που λένε αρλούμπες γι΄αυτό (π.χ. ο φλωμπέρ : γιατί η φύση της ήτανε (δε θυμάμαι τή λέξη, αλλά είναι καταδικαστική) κι αναζητούσε συγκινήσεις και όχι τοπία) και θα ‘λεγα ότι μόνο ο (δικός μας) παπαδιαμάντης, και ο σταντάλ, έχουν διαβλέψει μια γυναικεία σχέση με τήν έννοια τού τοπίου – και τήν αφηρημένη σκέψη γενικά (ο παπαδιαμάντης με τήν νοσταλγό του είναι πρωτοπόρος μάλλον εδώ).

Αλλά να μην ξεχνάμε γενικά : μιλάμε εύκολα για αριστουργήματα (δεν μάς κοστίζουν οι λέξεις άμα πρόκειται να μάς τιμήσουν – ότι δηλαδή ξέρουμε κι αναγνωρίζουμε τά σπουδαία – φτάνει φυσικά να μην τά κάνει ο γείτονας, που μπορεί φυσικά να ‘ναι φτωχός, ή επικίνδυνος, ή και ακαλαίσθητος ακόμα άμα πεθαίνει τό ψαθάκι στο κεφάλι του ¤ – και φτάνει φυσικά να έχει γίνει ήδη διάσημος –  αλλά, και για να μην ξεχνιόμαστε : εδώ ας πούμε, με κοριτσάκια έχουμε να κάνουμε. Κοριτσάκια που κάναν τό δικό τους, σε πείσμα τού μπαμπά τους τής μαμάς τους τής θείας τους (και τού γείτονα), τρελά παιδάκια ξεροκέφαλα που κάναν τό δικό τους (σ’ έναν κόσμο που τίποτα δικό τους δεν τούς άφηνε).
Τά τρελά κοριτσάκια όμως (και οι τρελές γυναίκες και οι τρελοί άντρες) από χτες, πιθανόν να μάς σώζουνε σήμερα, και για αύριο να είναι (για όλους μας δηλαδή)  κανονικοί άνθρωποι (θέλω να πω, μακάρι : μπας και σωθεί έτσι κι ο πλανήτης – από τήν ηθική και από τή λογική και από τή νομιμότητά μας – ώστε να μη γίνουμε τελείως σκόνη όλοι στο τέλος, χωρίς ούτε βιβλία ούτε χαρτιά ούτε οθόνες… )

* και βλέπετε πριν φύγω διακοπές δεν σκέφτηκα να «αντιγράψω» τή σελίδα έτσι τώρα που πήγα να τήν ξαναβρώ τό «νομπελίστας» έχει διορθωθεί με τό εξαιρετικό «νοβελίστας» – τουτέστιν συγγραφέας «νοβέλων», σκέτος και αβράβευτος ελληνικά… δεν θα πείραζε τόσο τό λάθος όσο (πειράζει) η κουτοπόνηρη διόρθωση…
¤   ειπώθηκε από έναν πλούσιο ως ευφυολόγημα για τον παπαδιαμάντη
^   βέβαια στο ποίημα (αριθμός 712, περίπου τού 1863) υπάρχει άμαξα, και πόση άμαξα :

 

Γιατί εγώ δεν σταματούσα για τόν θάνατο
ευγενικά στάθηκε αυτός για μένα
κι είμαστε μόνο εμείς μέσα στην άμαξα
και τό αθάνατο που αντιπαθεί τά πεθαμένα

Διότι εγώ να σταματήσω για τόν Θάνατο δεν μπόρεσα –
Σταμάτησε αυτός ευγενικά πολύ για μένα –
Μέσα στην άμαξα κανείς οι δυο μας μοναχά –
Και ό,τι δεν δέχεται τά πεθαμένα

Κυλούσε αργά – Δεν βιάζονταν
Κι εγώ μαζί δεν ήμουν
Ούτε εργατική ούτε αργή,
Όλα πολιτισμένα –

Και τό σχολείο περάσαμε και τά παιδιά που τρέχαν

Because I could not stop for Death –
He kindly stopped for me –
The Carriage held but just Ourselves –
And Immortality.

We slowly drove – He knew no Haste
And I had put away
My labor and my leisure too,
For his Civility –

We passed the School, where Children strove

Σταματάω (πάντα) εδώ τή μετάφραση (και τίς δοκιμές της) διότι δεν τά κατάφερα ποτέ να τά βγάλω πέρα μ’ αυτήν… Αυτό τό Immortality με τίποτα δεν πρόκειται να τό μεταφράσω εγώ Αθανασία – αυτό στα ελληνικά είναι όνομα γυναίκας επιπλέον, και γίνεται και πολύ αστείο καλαμπούρι … «είμαστε μόνο εμείς και η Αθανασία» ή «είμαστε μόνο εμείς και η Αναστασία» ή «είμαστε μόνο εμείς και μια Ξανθή Κυρία»… Τρίχες… Είχα παίξει στην αρχή με τήν «Αιωνιότητα» ή «τό αιώνιο», αλλά αυτό κι αν είναι επέμβαση στο ποίημα, γιατί τή λέξη Eternity τήν βάζει ακριβώς η έμιλυ σαν τελευταία λέξη στο ποίημα της (κατά τ’ άλλα αιωνιότητα από αθανασία δεν έχει και μεγάλη διαφορά κατά τη γνώμη μου, αλλά εφόσον αυτή ξεχωρίζει τίς λέξεις, τή μια στην αρχή και τήν άλλη στο τέλος, δεν μπορώ να τίς ανακατέψω έτσι εγώ – λιγότερη επέμβαση μού φαίνεται η περίφραση, που στο κάτω-κάτω κάνει και μια ελαφρά ομοιοκαταληξία (όπως ακριβώς μια ελαφρά ομοιοκαταληξία κάνει και τό immortality αν διαβαστεί αργά και τονιστεί αλλιώς με τό kindly stopped for me)  
Τό ποίημα ολόκληρο (δεν έβαλε σχεδόν ποτέ τίτλο σε ποίημα της, τά αναφέρουμε με τούς αριθμούς τους) βρίσκεται εδώ, μαζί και με άλλα της.
Αλλά για να φύγουμε από τόν θάνατο και να ξαναγυρίσουμε στην φήμη, που είναι πιθανόν λιγότερο θανατερή :

είμαι κανείς, εσύ ποιος είσαι;
είσαι κι εσύ ένας κανείς;
α, είμαστε λοιπόν ζευγάρι;
θα διαφημίσουν : μην τό πεις –

πόσο φριχτό να είσαι κάποιος
πόσο δημόσιο – βατραχικό –
τόν αιώνιο ιούνιο να λες τ’ όνομά σου
σε βάλτο μέρος θαυμαστικό –

 

I’m Nobody! Who are you?
Are you – Nobody – Too?
Then there’s a pair of us?
Don’t  tell! they’d advertise – you know!

How dreary – to be – Somebody!
How public – like a Frog –
To tell one’s name – the livelong June –
To an admiring Bog!

(αριθμ. 288, περίπου 1861)

αυτά για σήμερα : με χειμώνα κρύο και κρυώματα – καλό υπόλοιπο χειμώνα συνεπώς, και περαστικά μας –

copyright © 2o10 hari stathatou for the text and translations

Δεκεμβρίου 17, 2009

διεγερτικό γιορτινό τραγούδι : die gedanken sind frei

  

      ίσως είναι τό παλιότερο επαναστατικό τραγούδι στην νεότερη ευρωπαϊκή (μας) ιστορία : πρόκειται για ένα πασίγνωστο στη γερμανία (αλλά και σε άλλες χώρες) τραγουδάκι που οι ρίζες του βρίσκονται στον γερμανικό μεσαίωνα τών τροβαδούρων τού 1200 : τόν βασικό του στίχο «είν’ ελεύθερες οι σκέψεις» τόν συναντάμε σε ποίημα τού Walther von der Vogelweide ως  joch sint iedoch gedanke frî ( ≈ αλλά η σκέψη ελεύθερη είναι)

      και σε άλλους όμως τροβαδούρους συναντάμε αυτή τή σκέψη [ και είναι ενδιαφέρον (από γλωσσική άποψη) ότι η λέξη σκέψη για τούς γερμανούς παραμένει αναλλοίωτη, από τίς αρχές τής γλώσσας τους, ενώ άλλες έχουν υποστεί τόσο μεγάλες αλλαγές που να ’χουν γίνει αγνώριστες (όπως η λέξη για τόν έρωτα minne – εξού και minnesänger  ή ερωτοτραγουδιστές – που έγινε πολύ αργότερα η σημερινή Liebe)  όμως «οι σκέψεις» gedanke ήτανε και Gedanken παραμένουν ]  και οι τροβαδούροι αυτοί μπορεί να επανέλαβαν ή να αυτοσχεδίασαν πάνω στην αρχική διατύπωση τού Vogelweide, αλλιώς πρέπει να συμπεράνουμε ότι η αντίληψη για τήν ελευθερία τής σκέψης ήταν περίπου κοινός τόπος κατά τόν μεσαίωνα : ο αυστριακός Dietmar von Aist  για παράδειγμα είχε γράψει ένα τραγούδι που έλεγε Gedanke die sint ledic vrî ( ≈ μόνο η σκέψη ελεύθερη είναι), και ο τροβαδούρος Freidank έγραψε γύρω στο 1229 : diu bant mac nieman vinden, diu mine gedanke binden ( ≈ ετούτο τό τραγούδι κανέναν δεν φοβάται / που θέλει να μέ κάνει / να σκέφτομαι αλλιώς) 

      τό τραγούδι τό βρίσκουμε καταγραμμένο, σε γλώσσα νέα γερμανική, πρώτα σε μια ελβετική ανθολογία δημοτικών τραγουδιών (Τραγούδια τών Κοριτσιών τού Μπρίντς : Lieder der Brienzer Mädchen) γύρω στο 1810, με ανώνυμον τόσο τόν στιχουργό όσο και τόν συνθέτη – η παραλλαγή που ξέρουμε όμως σήμερα, και είναι η γνωστότερη, καταγράφτηκε από τόν γερμανό φιλόλογο γλωσσολόγο και ποιητή Hoffmann von Fallersleben  [ τού οποίου ένα επαναστατικό για τήν εποχή του ποίημα, που τραγουδήθηκε πολύ και στις γερμανικές επαναστάσεις τού 1848, αποτέλεσε αργότερα τόν εθνικό ύμνο τής γερμανίας επενδυμένο με μουσική τού Χάϋντν ]  στη συλλογή Λαϊκά Τραγούδια τής Σιλεσίας με τίς Μουσικές τους (Schlesische Volkslieder mit Melodien) τού 1842.

(εδώ τό τραγουδάει τό ποπ-κουαρτέτο α-καπέλα (μόνο φωνή) maybebob σε εκδήλωση
ενός γυμνάσιου : με τόν κόντρα–τενόρο Jan M. Bürger, τόν τενόρο Lukas H. Teske, τόν
βαρύτονο Oliver Gies, και τόν Seba(S)tian Schröder)

      τό τραγούδι ήταν πάντως πολύ αγαπητό σε όλον τόν μεσαίωνα και συνόδεψε τίς αγροτικές εξεγέρσεις που ξέσπαγαν τότε, συνόδεψε όμως και τίς διώξεις και τά βασανιστήρια χωρικών και αστών από τούς φεουδάρχες και τόν κλήρο σε όλη τήν περίοδο τής αναγέννησης… Αργότερα τραγουδιόταν σε κάθε άλλη εξέγερση ή πράξη αντίστασης στη γερμανία…    Επίσημα απαγορεύτηκε δυο φορές, τή μία μετά τό πνίξιμο στο αίμα τών επαναστάσεων τού 1848, και τήν δεύτερη απαγορεύτηκε από τό ναζιστικό καθεστώς. Έτσι έγινε σύμβολο τής αντίστασης… Γι’ αυτό, η Σόφι Σολ (που τό 2005 έγινε μια ταινία με τή ζωή της) πήγε και τό έπαιξε, λέγεται, με τό φλάουτο έξω από τήν φυλακή όπου οι χιτλερικοί κρατούσαν τόν πατέρα της (δεν άργησαν, για τήν ιστορία να τό πούμε κι αυτό, η ίδια και ο αδελφός της να συλληφθούν μαζί με όλα τά άλλα μέλη τής αντιστασιακής οργάνωσης λευκό ρόδο : τελικά τά παιδιά (φοιτητές ήταν) εκτελέστηκαν στην γκιλοτίνα). (Λέγεται ότι τά τελευταία λόγια τής Σόφης ήταν «θα πέσει και τό δικό σας κεφάλι» και : «να φεύγω με τέτοιο λαμπερό ήλιο…»)

[ παρακάτω είναι τρία βίντεο, από τά πολλά που βρήκα να περιφέρονται στο γιουτούμπ, αφιερωμένα σε
τρεις περιόδους τής γερμανικής ιστορίας – τίς επαναστάσεις τού 1848, τήν αντίσταση τού άσπρου ρόδου
ενάντια στον ναζισμό, και τήν εποχή τού αντάρτικου πόλεων που διαλύθηκε οικειοθελώς για να δώσει προτεραιότητα
στη σωτηρία τού πλανήτη – παραλλαγές όλες τού αρχικού die Gedanken sind frei με διαφορετική κάθε φορά οπτική και εκτέλεση : ]

      τό ποίημα όπως πρωτοκυκλοφόρησε σε φυλλάδιο τό 1780 είχε 4 στροφές και αργότερα μόνο προστέθηκε μια πέμπτη. Πολλές φορές σήμερα όταν τό τραγουδάνε αλλάζουν τή σειρά τών στροφών. Υπάρχει και μια παραλλαγή του που τό παρουσιάζει σαν διάλογο ανάμεσα σ’ έναν φυλακισμένο και τήν αγαπημένη του – κι αυτή ήταν η παραλλαγή που συμπεριλάβανε (ίσως βάλαν και τό χεράκι τους σε κάποιους στίχους, όπως συνηθιζόταν τότε) οι δύο φίλοι, ποιητές τού γερμανικού ρομαντισμού, ο Achim von Arnim και ο Clemens Brentano (τό ονόμασαν μάλιστα «τό Τραγούδι τού Φυλακισμένου στον Πύργο. Από ελβετικό τραγούδι») στη συλλογή λαϊκών γερμανικών τραγουδιών που εκδόσανε στα 1805 με τόν τίτλο «Des Knaben Wunderhorn» («τό θαυμαστό κέρας τού παιδιού»).

      ο Gustav Mahler μελοποίησε αυτήν τήν εκδοχή στο έργο του (1898) «Τραγούδια από τό Μαγικό Κέρας τού Παιδιού», για φωνή και ορχήστρα 

      στην αμερική τό έκανε κυρίως γνωστό ο τραγουδιστής τής φολκ (και μέντορας πολλών μεταγενέστερων) Pete Seeger που τό τραγούδησε με γερμανο–αγγλικούς στίχους τήν εποχή τών φοιτητικών εξεγέρσεων τού ’60 – τό 1966 τό πρωτοκυκλοφόρησε στο άλμπουμ του Dangerous Songs!?

      οι στίχοι στα ελληνικά θα μπορούσανε (σε μια πρόχειρη και πρώτη τώρα δικιά μου μετάφραση – δεχόμαστε και προτάσεις… ) να είναι :

σκέψη είναι αυτό που θέλω/σκέψη είναι η χαρά μου//σκέφτομαι μ’ ελευθερία/γι’ αυτό σκέφτομαι καλά//τρέχει η σκέψη μου πετάει/σα σκιά στη νύχτα φεύγει//ποιος μπορεί να τήν σκοτώσει/τό κελί δεν τήν χωρά//ποιος μπορεί να τήν σκλαβώσει/ποιος μπορεί να τήν προδώσει//είν’ ελευθερία η σκέψη/είν’ η σκέψη μου χαρά//σα σκιά μέσα στη νύχτα/κάθε σκέψη μου ξεφεύγει//και τούς τοίχους θα γκρεμίσει/τό κελί δεν τήν κρατά//δεν μπορεί να τήν σκοτώσει/δεν μπορεί να τήν σκλαβώσει//σκέφτομαι μ’ ελευθερία/γι’ αυτό σκέφτομαι καλά
 

      από τό πλήθος τών εκτελέσεων που μπορεί να βρει κανείς ακόμα και εδωμέσα καταλαβαίνουμε πόσο αγαπητό είναι τό τραγούδι αυτό σ’ όλον τόν κόσμο (μια εκτέλεση που προέρχεται από τό νεοϋορκέζικο συγκρότημα brazilian girls μ’ αρέσει ιδιαίτερα, αλλά θα τήν ακούσετε από τόν σύνδεσμο που σάς δίνω γιατί δεν κατέβαινε με τίποτα – έχουμε και τίς (τεχνικές μας) ανεπάρκειες – ακόμα ! – άλλωστε είπαμε, τό μπλοκάκι αυτό κλείνει (τούτο τόν μήνα) τρεις μήνες (μόνο) ζωής… )  τελικά τά κατάφερα, οπότε ορίστε, απολαύστε την :

Απ’ τίς ταινίες που έχουν χρησιμοποιήσει τό τραγούδι (ακόμα και στους τίτλους τους) η γερμανική «23» (τού 1998) αναφέρεται στη ζωή τού χάκερ Karl Koch 

Σήμερα υπάρχουν κινήσεις για τήν ελευθερία τού λόγου στο διαδίκτυο που τό έχουν επίσης ως σήμα–κατατεθέν τους…

ευχές πολλές για τίς γιορτές και τόν καινούργιο χρόνο
τραγουδιστά λοιπόν
Τίς είπαμε βέβαια κυρίως στο άλλο σημειωματάριο,
με πολυλογίες και λεπτομέρειες…
Εδώ είπα να επικεντρωθώ σ’ αυτό τό τραγουδάκι
τού μεσαίωνα που ανάφερα λίγο κι εκεί.
Και, ας τό πω κι αυτό,
(από τήν περίοδο τού
δικού μας διαφωτισμού) έχουμε και μεις μια ανάλογη
φράση τήν οποία και είχα αναγκαστικά στη σκέψη μου όταν
προσπάθησα
να κάνω τή μετάφραση έμμετρη και με ομοιοκαταληξία
– κάτι στο οποίο ξέρω ότι δεν έχω και καμιά σπουδαία ικανότητα – )
τό όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά τού Ρήγα


πολύ καλή μας χρονιά 

 

ευχαριστίες  στην wiki για τίς (περισσότερες) πληροφορίες
copyright © 2009 hari stathatou for the text and the poem’s translation

Επόμενη σελίδα: »

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.