σημειωματαριο κηπων

Μαρτίου 8, 2012

η νάντια η άννα και ο όσιπ

.

.

       

.

   «…τή θυμάμαι στο δωματιάκι της // ή κουρνιασμένη στην άκρη τού καναπέ στο διαμέρισμα τής αχμάτοβα, που κάπου–κάπου επισκεπτόταν κρυφά στο λένινγκραντ //

   σχεδόν σού κόβει τήν ανάσα τό γεγονός ότι έγραψε και τούς δύο τόμους στα εξηνταπέντε της χρόνια //

   και ως άνθρωπος και ως συγγραφέας υπήρξε γέννημα δύο ποιητών με τούς οποίους συνδέθηκε άρρηκτα η ζωή της : τού μαντελστάμ και τής αχμάτοβα. Και τούτο όχι μόνο επειδή ο πρώτος υπήρξε σύζυγός της και η δεύτερη φίλη της μια ολόκληρη ζωή // χρόνια ολόκληρα δεν συναντιόταν με τήν αχμάτοβα, και στα γράμματα δεν μπορούσε να έχει καμιά εμπιστοσύνη. Γενικά τό χαρτί ήταν είδος επικίνδυνο. Ο μηχανισμός που ενίσχυσε τούς δεσμούς αυτού τού γάμου, όπως και αυτής τής φιλίας, ήταν η ανάγκη ν’ απομνημονευτεί και να συγκρατηθεί στη μνήμη αυτό που δεν θα μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί στο χαρτί, οι στίχοι δηλαδή τών δύο ποιητών

   στην απασχόληση αυτή κατά τήν, σύμφωνα με τή διατύπωση τής αχμάτοβα, «προ τού γουτεμβέργιου» περίοδο, η ναντιέζντα γιακόβλεβνα σίγουρα δεν ήταν μόνη //

   οι δύο τόμοι τού βιβλίου της μπορούν όντως να συγκριθούν με τήν ημέρα τής Κρίσεως επί τής γης για τόν αιώνα της και τή λογοτεχνία τού αιώνα της· κρίση δικαιολογημένα φρικτή, εφόσον αυτός ακριβώς ο αιώνας επαγγέλθηκε τήν οικοδόμηση τού επίγειου παράδεισου //

   θα πρέπει να πούμε ότι η αντίδραση τών αρχών ήταν ειλικρινέστερη απ’ ό,τι τής διανόησης. Οι αρχές απλώς χαρακτήρισαν τήν κατοχή αυτών τών βιβλίων παράβαση τού νόμου. Στους κύκλους τών διανοουμένων, ιδίως στη μόσχα, ξέσπασε σάλος // Εμφανίστηκαν ανοιχτές ή μισάνοιχτες επιστολές γεμάτες αγανάκτηση, κάποιοι αποφάσισαν να μην τήν ξαναχαιρετήσουν ποτέ, φιλίες και γάμοι διαλύθηκαν με αφορμή τό ερώτημα αν η ναντιέζντα γιακόβλεβνα μαντελστάμ είχε δίκιο ή άδικο, όταν κατηγορούσε ως χαφιέ τόν άλφα ή τόν βήτα. Εξέχων αντιφρονών δήλωνε κουνώντας πέρα δώθε τή γενειάδα του : «Αυτή έχεσε ολόκληρη τή γενιά μας» //

   τό ζήτημα εντοπίζεται μάλλον στο γεγονός ότι ο ισχυρισμός «Είσαι δούλος» είναι πιο εύπεπτος από τόν ισχυρισμό «Από ηθική άποψη, είσαι ένα μηδενικό» //

   η σαφήνεια και η σκληρότητα τής γραφής της, που αντανακλούν χαρακτηριστικά τού μυαλού της, αποτελούν επίσης αναπόφευκτο στυλιστικό επακόλουθο τής ποίησης που διαμόρφωσε αυτό τό μυαλό //

   η προσωπικότητά της διαμορφώθηκε χάρη στην κουλτούρα και ό,τι καλύτερο αυτή παρήγαγε – δηλαδή χάρη στους στίχους τού άντρα της. Τούς στίχους του διέσωσε – και όχι τήν ανάμνησή του. Χήρα δική τους στάθηκε σαράντα χρόνια – όχι δική του. Και βέβαια τόν αγαπούσε, αλλά κι ό ίδιος ο έρωτας είναι τό πιο επιλεκτικό από τά πάθη. Μόνο με πλαίσιο τόν πολιτισμό ο έρωτας αποκτά όγκο και προοπτική, επειδή απαιτεί μεγαλύτερο χώρο στη συνείδηση απ’ ό,τι στο κρεβάτι. Έξω απ’ αυτό τό πλαίσιο, ο έρωτας καταλήγει κοινότοπη εξάσκηση. Εκείνη υπήρξε χήρα τού πολιτισμού, και νομίζω ότι στο τέλος τής ζωής της αγαπούσε τόν άντρα της περισσότερο απ’ ό,τι στην αρχή τού γάμου τους. Ίσως γι’ αυτόν τόν λόγο τούτα τά βιβλία αποτυπώνονται τόσο βαθιά στη μνήμη τών αναγνωστών. Κι ίσως ακόμα επειδή οι σχέσεις τού σύγχρονου κόσμου με τόν πολιτισμό μπορούν κι αυτές να χαρακτηριστούν ως χηρεία //

   κατά κάποιο τρόπο λαχταρούσε να πεθάνει, επειδή «εκεί θα ξαναβρεθώ με τόν όσιπ». «Όχι» τής είπε η αχμάτοβα όταν έτυχε κάποτε να τήν ακούσει, «αυτή τή φορά μαζί του θα βρεθώ εγώ» //

   τελευταία φορά τήν είδα στις 30 μαΐου τού 1972, στην κουζίνα τού μοσχοβίτικου διαμερίσματός της. Ήταν βραδάκι. Καθόταν και κάπνιζε στη βαθιά σκιά που έριχνε στον τοίχο ο μπουφές· τόσο βαθιά σκιά, ώστε τό μόνο που ξεχώριζε μέσα της ήταν τό τσιγάρο που καιγόταν και δυο μάτια που λαμποκοπούσαν // εκείνη φάνταζε σαν απομεινάρι μιας μεγάλης πυράς, σαν χωνεμένο κάρβουνο που θα σέ κάψει αν τό αγγίξεις.»

.

.

   τά παραπάνω είναι μερικά από τά λόγια που έγραψε ο ποιητής ιωσήφ μπρόντσκυ τό 1981 ως νεκρολογία για τόν θάνατο τής νάντιας (ή ναντιέζντας – ή νάντιενκας όπως τήν έλεγε η αχμάτοβα) μαντελστάμ. Ολόκληρο τό κείμενο βρίσκεται εν είδει εισαγωγής στο βιβλίο «ναντιέζντα μαντελστάμ, αναμνήσεις από τή ζωή μου με τόν όσιπ / ελπίδα στα χρόνια τής απελπισίας»

   ( : ή «ελπίδα εναντίον ελπίδας» : γιατί μ’ αυτόν τόν τίτλο τό βιβλίο εκδόθηκε πρώτα στη δύση και στ’ αγγλικά (νέα υόρκη, 1970) ταυτόχρονα με τήν έκδοσή του στα ρώσικα από τόν εκδοτικό οίκο «τσέχωφ» (πάλι στη νέα υόρκη) – ως πρώτος τόμος τών απομνημονευμάτων της hope against hope (ο δεύτερος τόμος με τόν τίτλο hope abandoned (η ελπίδα εγκαταλειμένη) εκδόθηκε, πάλι στη νέα υόρκη, τό 1974 – υπάρχει ένα κρυμμένο λογοπαίγνιο στους τίτλους, καθώς τό όνομα τής ίδιας τής ναντιέζντας στα ρώσικα σημαίνει ελπίδα) ( : τό πρώτο βιβλίο με τόν τίτλο αναμνήσειςvospominania – είχε κυκλοφορήσει από τήν ίδια – ή τούς θαυμαστές τής ποίησης τού μάντελσταμ – έτσι γίνονταν αυτά τότε – τή δεκαετία τού ’60 στη ρωσία, χειρόγραφα και παράνομα με τόν γνωστό επικίνδυνα γενναίο και ρωσικής κατασκευής τρόπο, ως σαμιζντάτ))

   στα ελληνικά κυκλοφορεί εδώ και ακριβώς έναν χρόνο από τίς εκδόσεις «μεταίχμιο» – εγώ τό διάβασα πριν δυο μήνες και ακόμα μέ κυνηγάει – θα συμβούλευα επομένως όποιον διαβάζει ελληνικά και δεν τό ’χει πάρει ακόμα, να πάει να τό αγοράσει και να τό διαβάσει. (Σημειώνω μόνο ότι διαφωνώ με τόν «εξελληνισμό» επί τό απλουστευτικότερο και ευκολοχωνευτικότερο τών τίτλων ορισμένων βιβλίων : τό ελληνικό κοινό δεν είναι πιο ηλίθιο  από τό αγγλόφωνο, για να χρειάζεται δηλαδή μασημένη τροφή, αυτό θέλω να πω : ο εκδοτικός οίκος όφειλε ή να σεβαστεί τόν τίτλο που έβαλε η ίδια η μαντελστάμ, ή να ακολουθήσει τόν αγγλικό τίτλο, με τόν οποίο τό έργο έγινε γνωστό στη δύση : βρίσκω εξάλλου τό «ελπίδα εναντίον ελπίδας» και ευρηματικό και εύστοχο, γιατί περιέχει ως περίληψη όλο τό δράμα : οι σταλινικοί διωγμοί έγιναν στο όνομα μιας ελπίδας που θα ήταν η επανάσταση, καταρρακώνοντας και τρομοκρατώντας τήν ίδια τήν ελπίδα τών επαναστατημένων και μετατρέποντάς τους σε θύματά της)

   θα γράψω, σήμερα, πολύ λίγα, γιατί συμφωνώ απόλυτα με τό απόσπασμα τού τζωρτζ στάϊνερ στο the new yorker όπως παρατίθεται στο οπισθόφυλλο τού βιβλίου :

   «δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούν μεταδώσουν ή να θίξουν τή μεγαλοφυή φύση αυτού τού βιβλίου. Οποιαδήποτε κρίση επ’ αυτού συνιστά σχεδόν αναίδεια – ακόμα κι αν πρόκειται για έπαινο.»

.

    

.

   λοιπόν η νάντια («κοντούλα» που «με τά χρόνια στέγνωνε και ζάρωνε όλο και περισσότερο, σαν να προσπαθούσε να μεταβληθεί σε κάτι αβαρές κάτι που μπορείς να τό διπλώσεις και να τό χώσεις στα γρήγορα στην τσέπη σου – αν χρειαστεί να τό βάλεις στα πόδια») δεν είναι κατά τή γνώμη μου απλώς και μόνο η «μεγάλη χήρα τού όσιπ μάντελσταμ» – από τό βιβλίο της αναδύεται μια εκπληκτικά δυνατή προσωπικότητα, και μια συγγραφέα ολκής – ένας διανοούμενος άνθρωπος με όλη τή σημασία τής λέξης

   η διανοητική και συναισθηματική της δύναμη είναι τέτοια ώστε δεν διστάζει να βάλει τόν εαυτό της εξαρχής και χωρίς αναστολές σε δεύτερη μοίρα και να περιορίσει τή δημιουργικότητά της στην καταγραφή τής ζωής τού άντρα της – και τής εποχής, που έδωσε και στους δύο τό αποτρόπαιο προνόμιο να ζήσουν τή λογική ενός καφκικού έργου εκ τού φυσικού. Από τήν άλλη μεριά έχοντας απόλυτο θαυμασμό για τό ποιητικό έργο τού μαντελστάμ έγινε η ίδια απλώς η απομνημονεύτρια και η διασώστρια αυτού τού έργου, χωρίς καν να τό συζητήσει, σαν να τής ήτανε αυτονόητο : Καθώς όμως τά πέριξ τού έργου γεγονότα που και οι δύο έζησαν ήταν ούτως ή άλλως ασύλληπτα, περιγράφοντας η νάντιεζντα τό γενικό κλίμα αφήνει να αναδυθεί αναγκαστικά και ο εαυτός της (όπως τό λέει κι ο μπρόντσκυ στη νεκρολογία του) ως συνείδηση τής ρωσίας και τής τρομοκρατημένης διανόησης στην εποχή τής φριχτότερης εξορίας – τής εξορίας από τήν ίδια τή σκέψη

   η κριτική που διαρκώς και εκ τών πραγμάτων κάνει στην όλη κατάσταση, φαίνεται από τήν πρώτη στιγμή ότι είναι αποτέλεσμα και ολοκληρωμένης και συγκροτημένης σκέψης, και όχι απλώς συνέπεια απελπισίας ή θυμού : γιατί έχει συν τοις άλλοις και τό διανοητικό σθένος να αποδέχεται και τήν απελπισία ως οικείο στοιχείο τής ζωής της και να θεωρεί τόν θυμό απαραίτητον για τή σκέψη της : γράφει συνεπώς με ολόκληρον τόν εαυτό της χωρίς αναστολές και φόβους αλλά με ένα πάθος που τό διεκδικεί ως στοιχείο τουλάχιστον ειλικρίνειας

   και τό πρόσωπο που διακρίνεται πίσω απ’ τήν αφήγηση τών διωγμών τού μάντελσταμ εξαιτίας τών ποιημάτων του, πείθει για τήν αυθυπαρξία και τήν αυτονομία του, ενώ τήν ίδια ώρα η νάντια «ετεροκαθορίζει» συνεχώς τή ζωή της με τήν καταγραφή τήν αντιγραφή και τήν απομνημόνευση τών ποιημάτων εκείνου που θα πέθαινε πολύ νωρίς μετά τίς ανακρίσεις τίς εκτοπίσεις και τίς εξορίες, σε ένα σιβηριανό στρατόπεδο – ή καθοδόν προς αυτό ( : οι συνθήκες τού θανάτου τού μαντελστάμ παραμένουν άγνωστες, όπως και η ακριβής άλλωστε ημερομηνία (ακόμα) – μερικές απ’ τίς πιο συγκλονιστικές, και συγκινητικές μαζί, σελίδες τού βιβλίου είναι τά τελευταία του κεφάλαια όπου η ναντιέζντα περιγράφει περιγραφές άλλων για τό πώς τόν είδαν να πεθαίνει, ή να μην έχει πεθάνει ακόμα, ή να μην προσπαθεί καν να επιζήσει)

   δύο επιπλέον πράγματα για τά οποία τή θαύμασα σ’ αυτό τό βιβλίο είναι, αφενός η δυνατότητα και η ικανότητά της να αρνιέται από τήν αρχή τούς μύθους που γέννησε η επανάσταση και ταυτόχρονα να παρακολουθεί τόν εαυτό της με έξοχη αντικειμενικότητα να πέφτει κι η ίδια θύμα σε μερικούς απ’ αυτούς, και αφετέρου οι γλωσσικές της παρατηρήσεις για τή μεταβολή τών λέξεων και τών εννοιών τους στην καταρρακωτική  πορεία τής επανάστασης προς τόν μεγάλο τρόμο, τούς διωγμούς και τόν θάνατο : Ίσως τό πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η λέξη συνείδηση στη ρωσία σιγά – σιγά εξαφανίστηκε, δεν τήν έλεγε πια ο κόσμος, δεν γραφόταν πουθενά

   αλλά τό βιβλίο είναι ανεξάντλητο σε εκπληκτικές παρατηρήσεις και κρίσεις, πέρα από τήν αφήγηση τής οδύνης στη σύντομη ζωή ενός ποιητή, που εν γνώσει του έγραψε τό ποίημα τό οποίο ήξερε ότι θα τόν σκοτώσει

   όπως τό διατύπωσε και η ίδια :

   ο θάνατος τού καλλιτέχνη δεν είναι σύμπτωση, αλλά η ύστατη δημιουργική του πράξη, η οποία σαν δέσμη αχτίδων φωτίζει τόν δρόμο τής ζωής του. Ο όσιπ μαντελστάμ τό κατάλαβε, παλικαράκι ακόμη, όταν έγραφε ένα άρθρο για τόν θάνατο τού σκριάμπιν. Γιατί ο κόσμος απορεί που οι ποιητές προβλέπουν με τόση διορατικότητα τή μοίρα τους και ξέρουν τί θάνατος τούς περιμένει; Άλλωστε τό τέλος και ο θάνατος είναι τό ισχυρότερο δομικό στοιχείο στο οποίο υποτάσσεται η όλη ροή τής ζωής. Εδώ δεν ισχύει κανένας ντετερμινισμός, η περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί μάλλον ως εκδήλωση ελεύθερης βούλησης. Ο μαντελστάμ οδήγησε αγέρωχα τή ζωή του προς τόν χαμό που τόν περίμενε, τήν πιο διαδεδομένη μορφή θανάτου στη χώρα μας, τόν θάνατο μαζί με τό κοπάδι. Τόν χειμώνα τού ’32 – ’33, σε μια βραδιά με ποιήματα τού όσιπ μαντελστάμ στα γραφεία τής literaturnaya gazetta (λογοτεχνική εφημερίδα), ο μαρκίς κατάλαβε ξαφνικά τά πάντα και είπε «Παίρνετε τόν εαυτό σας απ’ τό χέρι και τόν οδηγείτε στην εκτέλεση». // Ο όσιπ μαντελστάμ μιλούσε συνεχώς για αυτό τό είδος θανάτου στους στίχους του, αλλά οι άλλοι δεν τό είχαν αντιληφθεί, όπως δεν αντιλήφθηκαν και τίς συζητήσεις τού μαγιακόφσκυ περί αυτοκτονίας.

.

.

   λέω να παραθέσω όμως δυο–τρία ακόμη αποσπάσματα – αξίζει τόν κόπο κι ας μη δίνουν παρά μια πολύ μικρή,  ε λ ά χ ι σ τ η  εικόνα από τό βιβλίο :

   εγώ έχασα τήν αίσθηση τού θανάτου, επειδή εισέδυσα στην περιοχή τής ανυπαρξίας. Απέναντι στο πρόσωπο τής καταδίκης, ούτε καν ο φόβος δεν υπάρχει. Ο φόβος είναι φως, είναι η θέληση για ζωή, είναι αυτοπεποίθηση. Είναι ένα βαθιά ευρωπαϊκό συναίσθημα. Τρέφεται από τόν αυτοσεβασμό, τήν αίσθηση τής προσωπικής αξιοπρέπειας, τών προσωπικών δικαιωμάτων, τών αναγκών, τών απαιτήσεων και τών επιθυμιών. Ο άνθρωπος υπερασπίζεται ό,τι κατέχει, και φοβάται μην τό χάσει. Ο φόβος και η ελπίδα είναι στοιχεία αλληλένδετα. Χάνοντας τήν ελπίδα, χάνουμε και τόν φόβο – δεν έχουμε πια λόγο να φοβόμαστε.
   Ενώ πηγαίνουν τόν ταύρο στο σφαγείο, αυτός εξακολουθεί να πιστεύει ότι θα ξεφύγει και θα ποδοπατήσει τούς βρωμερούς σφαγείς του. Οι άλλοι ταύροι όμως δεν πρόφτασαν να τόν δασκαλέψουν ότι τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν και ότι τό ζώο που πηγαίνουν στο σφαγείο ποτέ πια δεν ξαναγυρνά στο κοπάδι. Στην κοινωνία τών ανθρώπων πάντως υπάρχει αδιάκοπη ανταλλαγή εμπειριών. Ποτέ δεν άκουσα για κάποιον που ανθίσταται, χτυπιέται, υπερασπίζεται τόν εαυτό του, ξεπερνά όλα τά εμπόδια και, τελικά, τό σκάει τήν ώρα που τόν πηγαίνουν για εκτέλεση. Οι άνθρωποι μάλιστα θεωρούν ιδιαίτερα γενναίο, εκ μέρους τού μελλοθανάτου, να απαγορεύσει να τού δέσουν τά μάτια και να πεθάνει βλέποντας τά πάντα. Εγώ όμως είμαι υπέρ τού ταύρου· είμαι υπέρ τής τυφλής του λύσσας. Υπέρ τού πεισματάρικου ζώου που δεν υπολογίζει τίς πιθανότητες επιτυχίας με τήν αποχαυνωτική λογική τών ανθρώπων· και αγνοεί τή βρωμερή αίσθηση τής απελπισίας.
   Έπειτα από καιρό άρχισα ν’ αναρωτιέμαι συχνά αν πρέπει κάποιος να ουρλιάξει όταν οι άλλοι τόν σκοτώνουν και τόν ποδοπατούν με τίς μπότες τους. Δεν είναι καλύτερα να παγώσει μες στη διαβολική του αλαζονεία και ν’ απαντήσει στους δημίους με σιωπή γεμάτη περιφρόνηση; Κι έκρινα ότι πρέπει να ουρλιάξει.
   Σ’ αυτό τό θλιβερό ουρλιαχτό που μερικές φορές, ποιος ξέρει από πού, φτάνει στ’ απόμακρα, αδιαπέραστα σχεδόν από τούς ήχους κελιά συμπυκνώνονται τά έσχατα υπολείμματα τής ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τής πίστης στη ζωή. Με τούτο τό ουρλιαχτό ο άνθρωπος αφήνει ένα ίχνος πάνω στη γη και δηλώνει στους συνανθρώπους του πώς έζησε και πώς πέθανε.
   Αν δεν απομένει πια τίποτ’ άλλο, τότε θα πρέπει να ουρλιάξεις. Η σιωπή είναι πραγματικό έγκλημα κατά τής ανθρωπότητας.

.

    

.

   κάποια εποχή στη χώρα μας είχαν πάψει να διαβάζουν ποιήματα. «Τό θέμα με τήν ποίηση» έλεγε η άννα αχμάτοβα «είναι ότι, αν μια φορά καταπιείς ένα υποκατάστατό της, θα νιώθεις πάντα δηλητηριασμένος».

.

    

.

   ο θάνατος μπορούσε να έρθει με τή μορφή γρήγορης ή αργής εξόντωσης. Ο όσιπ μάντελσταμ ήταν άνθρωπος δραστήριος, προτιμούσε τή γρήγορη εξόντωση. Προτιμούσε να μην πεθάνει από τά χέρια τών συγγραφικών οργανώσεων στις οποίες ανήκε η πρωτοβουλία τής εξόντωσής του, αλλά από τά σωφρονιστικά  όργανα.
   Όπως και η άννα αχμάτοβα, έτσι και ο όσιπ μαντελστάμ δεν παραδεχόταν τή συνηθισμένη μορφή αυτοκτονίας. Κι όμως, στην αυτοκτονία τόν ωθούσαν τά πάντα, η μοναξιά, η απομόνωση, ο χρόνος – που τότε δούλευε εναντίον μας. // Ο όσιπ μάντελσταμ δεν αποκαλούσε τυχαία τήν άννα αχμάτοβα Κασσάνδρα. // Και καθημερινά, ένα πράγμα γινόταν σαφέστερο : ήταν όλο και πιο δύσκολο να μιλήσουμε με τή γλώσσα μας κομματιασμένη.
   Επιλέγοντας τό είδος τού θανάτου του, ο όσιπ μαντελστάμ εκμεταλλεύτηκε ένα αξιοπρόσεκτο προσόν τών ηγετών μας. Έτρεφαν υπέρμετρο, σχεδόν δεισιδαίμονα  σεβασμό στην ποίηση. «Όσα παράπονα  και αν έχουμε» έλεγε «μόνο στη χώρα μας  σέβονται τήν ποίηση – για χάρη της σκοτώνουν. Πουθενά αλλού πια δεν σκοτώνουν για χάρη τής ποίησης…».

.

.

.

 

.

.

.

τό βιβλίο στην ελληνική του μετάφραση | τό βιβλίο στην αγγλική του μετάφραση | για τό βιβλίο πολλά, γκουγκλίστε – εδώ βάζω ενδεικτικά δύο : από τήν «καθημερινή» | και ένας αντίλογος στην «αυγή», από ρωσίδα κλασική φιλόλογο | και μια προ διμήνου αναφορά στην ελληνική έκδοση τού βιβλίου (update!) από τό βλογ λεξήματα

κι εδώ άρθρο (τού κουβανού πεζογράφου josé manuel prieto) από τήν εφημερίδα new york review of books, με πληροφορίες και ανάλυση για τό ποίημα τού μαντελστάμ για τόν στάλιν, που τού στοίχισε τή ζωή (η φωτοτυπία παρακάτω δείχνει τή χειρόγραφη εκδοχή του από τόν ίδιον τόν ποιητή, όπως διασώθηκε στα αρχεία τής σοβιετικής ασφάλειας, τής φοβερής και τρομερής nkvd). Ένα απόσπασμα :  «κατά τήν (πρώτη) σύλληψη τού μαντελστάμ, τή νύχτα τής 13ης μαΐου 1934, η ασφάλεια δεν είχε καταφέρει να πάρει στα χέρια της τήν τελική μορφή τού ποιήματος. Ο ανακριτής ζήτησε από τόν ποιητή να τού γράψει ο ίδιος τό ποίημα στην αυθεντική του εκδοχή και ο μαντελστάμ χωρίς αντίρρηση ικανοποίησε τήν επιθυμία του. Οι δυο πρώτοι στίχοι είναι αυτοί στη φωτογραφία : Ο μαντελστάμ έγραψε τό ποίημα με τήν ίδια πένα με τήν οποία ο ανακριτής θα υπόγραφε τήν καταδίκη του»

(Ζούμε δίχως να νιώθουμε κάτω απ’ τά πόδια μας τή χώρα,
τά λόγια μας στα δέκα βήματα ψυχή δεν τ’ ακούει τώρα)

(η μετάφραση είναι τής σταυρούλας αργυροπούλου από τήν ελληνική έκδοση)

.

.

.

.

.


«…στο κελί τών μελλοθανάτων τής φυλακής τού λεφόρτοβο είδαν τήν εποχή τής τρομοκρατίας χαραγμένους στον τοίχο τούς στίχους του :
Άραγε είμαι αληθινός, κι ο θάνατος θά’ρθει στ’ αλήθεια;
ό
ταν τό έμαθε, χάρηκε και ηρέμησε κάπως για μερικές μέρες.»

.

.

.

.

.

Οκτωβρίου 14, 2011

φρόϋντ, μιχαήλ άγγελος, και παλαβά λεωφορεία

   

.

.

  

«νομίζω ότι είναι εν γένει καλό να σκέφτεται κανείς ενίοτε ότι οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονειρεύονται ήδη προτού υπάρξει ψυχανάλυση»
sigmund freud

.

.

   δεν κρατάω ημερολόγια, και, πολύ περισσότερο, ακόμα κι αν κράταγα δεν θα τά δημοσίευα : αν πρόκειται να πεις τά σώψυχά σου, τότε τά σώψυχά σου δεν είναι για μπλογκάρισμα (πιστεύω) – γιατί η ιδέα τής δημοσίευσης θα οδηγήσει σε αυτολογοκρισίες – είναι κάτι σαν τήν διαστημική φαντασία τής σκέψης για τήν οποία είχα γράψει αλλού : (αυτό που καθιστά τή σκέψη δυνατή, είναι τό ότι ξέρεις πως οι άλλοι δεν τήν ξέρουν) : (κατά σύμπτωση ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο που πήρα μαζί μου στις διακοπές περιέχει μια σκέψη που βρίσκεται πολύ κοντά σ’ εκείνη τή λογική : «αυτό που δίνει μια ελευθερία στη σκέψη είναι τό ότι είναι μυστική» (ή κάπως έτσι : δεν ψάχνω να τό ξαναβρώ εκνευρισμένη διότι σίγουρα δεν διατυπώθηκε ύστερα από τήν ανάγνωση τού δικού μου.))

   οι «κήποι» λοιπόν δεν έχουνε γίνει γι’ αυτά, κι αν κάποιος θελήσει να βρει δικές μου ημερολογιακές σημειώσεις θα πρέπει να ψάξει για υπενθυμίσεις προς εαυτήν πάνω στα χειρόγραφα τών βιβλίων μου – υπενθυμίσεις που όμως, ούτως ή άλλως, γίνονται κατανοητές μόνο από μένα και θα μπέρδευαν πολύ έναν μελλοντικό μελετητή (διότι δεν μπορώ φυσικά να αποκλείσω ότι ένας τέτοιος μαζοχιστής θα εμφανιστεί και στην περίπτωση τή δικιά μου όταν αυτού τού είδους τό βίτσιο είναι κανόνας στην περίπτωση κάθε μετά θάνατον έρευνας ακόμα και τού πιο ασήμαντου έργου – θα ’μουν επομένως υπεραισιόδοξη και μόνο αν μού περνούσε απ’ τό μυαλό να αποκλείσω τήν ιδέα και τού θανάτου και τού μελετητή : προς τό παρόν μακριά απ’ τόν κώλο μας βεβαίως –)

   υπάρχει όμως μιας μορφής υπεράσπιση τών ημερολογίων, γραμμένη από τόν θαυμάσιο συγγραφέα τού «γατόπαρδου», τόν τζιουζέπε ντι λαμπεντούζα : είναι απ’ αυτές τίς σκέψεις, τίς πολύ πρωτότυπες, και τίς αποκλειστικά δικές του, που στην αρχή (τόσο πρωτότυπη είναι, που) σού φαίνεται βλακώδης : «οι άνθρωποι  θα ’πρεπε να ’ναι σχεδόν υποχρεωτικό να κρατάν ημερολόγια όλοι – σε όλον τόν κόσμο – ο κόσμος έτσι θα γινόταν καλύτερος πολύ συντομότερα» ( : η διατύπωση πάλι κατά προσέγγιση). Είναι μια τολμηρή και γενναία σκέψη, που ταυτίζει, πιστεύω κάθε ατομική γραφή με τή (συζητήσιμη) λογική τής (δήθεν αντικειμενικής) ιστορίας : ημερολόγια, συνθήματα, γραφές στους δρόμους και γράφιτι : όλα εμφανίζουν τό πρόσωπο τών ατόμων σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και αλληλεπιδρούν με τούς συγχρόνους τους : επιπλέον καταρρίπτονται κι ένα σωρό ταμπού και ενοχοποιητικά μυστικά που οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι μόνο δικά τους : αν μπορούσε η ανθρωπότητα σε μια δεδομένη ώρα (δηλαδή μεταφράζω τή σκέψη τού λαμπεντούζα) να διαβάσει τά ημερολόγια τής ανθρωπότητας που ’χει ήδη πεθάνει, τό σοκ τού πόσο συνηθισμένη και μονότονη είναι ώς τώρα, θα τήν έκανε πιστεύω να ξεκουνηθεί και να κάνει μερικά πιο γρήγορα βήματα…

   είναι καιρός όμως τώρα που ’χω διαπιστώσει ότι αυτόν ακριβώς τόν ρόλο παίζει τό μπλογκάρισμα – μια μορφή ημερολογιακών δημοσιεύσεων και κοινοποιήσεων που ο λαμπεντούζα δεν μπορούσε να ’χε προβλέψει – και που, πέρα απ’ τήν στενοχώρια που ενίοτε προσωπικά μού προκαλεί καθώς εγκαθιδρύει μια δημοφιλή σχολή ωραίου γραψίματος η οποία τό μόνο που καταφέρνει είναι να μού κόβει τήν όρεξη και μερικές φορές και τά πόδια – πέρα όμως απ’ αυτό, αυτού τού είδους τό μπλογκάρισμα είναι όπως και να τό κάνουμε μια μορφή αυτού που ονειρεύτηκε ο λαμπεντούζα : και πιστεύω ότι ο ίδιος θα χαιρόταν μάλλον πολύ – όσο δεν εκνευριζόταν ως αμετανόητος εστέτ και αριστοκράτης, από μια δόση  ευκολίας στα ψέματα που διευκολύνει και προϋποθέτει αυτή η τάση κοινοκτημοσύνης και κοινοποίησης τής εσωτερικής ζωής εν απολύτω θερμώ

   λιγότερο εστέτ – και αριστοκρατική – από τόν λαμπεντούζα εγώ, βλέπω μόνο τά καλά αυτής τής μπλογκαριστικής σχολής – και τήν παρακολουθώ μάλλον μετά μανίας. Και επειδή τό χούϊ πεθαίνει τελευταίο, μού ’χει τύχει να πω από μέσα μου (κατά τό «γενναίοι γάλλοι, λίγο ακόμα και θα γίνετε πραγματικά δημοκράτες» τού μαρκήσιου : ) γενναίε μπλόγκερ, λίγο ακόμα και θα έλεγες πραγματικά τήν αλήθεια –

   αλλά δεν πειράζει : κι η διάθεση, πολλές φορές, είναι αρκετά ενδεικτική (κι ώς εδώ καλά…)

   ( : έπειτα, κατά τόν φρόϋντ, τό ψέμα που θα πεις γίνεται με λίγο ψάξιμο καθαρός και λαμπερός καθρέφτης τής αλήθειας σου)

   κι εξάλλου μην είμαστε πάντα τόσο αυστηροί – τό ψέμα μερικές φορές μπορεί να σημαίνει ότι θα θέλαμε μόνο να ονειρευόμαστε

.

 

.

   τούτων δοθέντων, ας πω κι εγώ με όσο λιγότερα ψέματα μπορώ τά ημερολογιακά μου :

   πήρα μαζί μου στη θάλασσα που πήγα, τό «περί μαγείας» τού τζιορντάνο μπρούνο που μεταφράστηκε μόλις (μπρούνο δεν έχει άλλον στα ελληνικά : ώς τώρα ολόκληρον τόν έχω βρει στα γερμανικά μόνο)

   ένα σοφτ–γκαίη–πορνό τού όσκαρ ουάϊλντ ή τών συν αυτώ, τό «τέλενυ» – ασήμαντο ως κείμενο – αξίζει μόνο για τήν εισαγωγή στην οποία περιλαμβάνεται η ιστορία τού χειρογράφου (δεν νομίζω – κι εγώ όπως κι ο επιμελητής – ότι τό έγραψε από τήν αρχή ώς τό τέλος ο ουάϊλντ – ίσως επενέβη μόνο στα σημεία που γίνεται και καλύτερο, με τά μικρά αφηγηματικά του κολπάκια)

   από φρόϋντ (αυτό κι αν είναι χούϊ καλοκαιρινό…) τό τέλος μιας αυταπάτης στην δίγλωσση έκδοση τής printa σε μετάφραση τού (και ποιητή, αλλά τώρα όπως μαθαίνω διδάσκοντος στο πανεπιστήμιο θράκης) δημήτρη νταβέα (πρόκειται κατά τήν ταπεινή μου γνώμη για ένα νευραλγικότατο κείμενο γιατί βλέπουμε εδώ ουσιαστικά ολοζώντανη τήν ώρα που ο θείος ζίγκι διστάζει μπροστά στα ίδια του τά συμπεράσματα (χρειαζόταν προφανώς ένας μαρκούζε για να τόν επαναφέρει στον ανατρεπτικό εαυτό του))

   μερικά άλλα ψιλά ψυχαναλυτικά, για ενημέρωση περί τά ελληνικά τοιαύτα

   και ένα πολύ παλιό ψυχαναλυτικό που είναι όμως μαζί (και κυρίως…) σοβαρή λογοτεχνία από τίς λίγες : τόν λεντς τού γκέοργκ μπύχνερ (στις εκδόσεις άγρα – έχει εκδοθεί περιέργως (για τά ελληνικά πράγματα) πάντως αυτό τό βιβλίο σε πολλούς εκδότες (εδώ, εδώ, και εδώ) : η έκδοση τής «άγρας» είναι όμως σίγουρα η πληρέστερη (δεν έχω ελέγξει όλες τίς μεταφράσεις, εννοείται, αλλά στην έκδοση που πήρα μαζί μου υπάρχουν πλήθος άλλα σχετικά κείμενα και πληροφορίες, καθώς και εργοβιογραφία κλπ (ως συνήθως στην πολύ καλή εκδοτική πρακτική τής  άγρας) (πρόκειται για ένα βιβλίο που τό ’χω αρχίσει άπειρες φορές και τό άφηνα πάντα στη μέση – ούτε τώρα τό τέλειωσα (ξέρω, χρήζει σχετικών αναλύσεων αυτό –)

   και ένα εγκώμιο από τά λίγα : τήν σαρλότα κορνταί τού ονφραί (αλλά για τήν τυραννοκτόνο τού ζαν–πωλ μαρά θα πρέπει να γράψω κάποτε κι εγώ περισσότερα, καθότι μού άνοιξε και η όρεξη)

   τό μοναδικό ξενόγλωσσο που πήρα μαζί μου ήταν μια μετάφραση στα αγγλικά (όλων τών) ποιημάτων και (επιλογής από τήν) (απολαυστική) αλληλογραφία τού μιχαήλ άγγελου : Ήξερα απλώς, από παλιά, ότι είχε γράψει σονέτα, και δη ομοφυλόφιλα ( : αυτό τό τελευταίο διαψεύστηκε ελαφρώς : ερωτευόταν σαν τόν (κατοπινότερό του κατά 50 χρόνια) σαίξπηρ και άντρες και γυναίκες) (μεταξύ μας νομίζω ότι αυτό κάνουν οι περισσότεροι – άλλο αν δεν θέλουμε να τό παραδεχτούμε –)

   και για να γίνει ένας τέλειος κύκλος, μια φράση από τήν «ερμηνεία τών ονείρων» τού φρόϋντ (εκ τών υστέρων, τεύχος 22) : «είναι σαν να κρυφακούει κανείς μια συνομιλία που διεξάγεται σε απόσταση ή χαμηλόφωνα» ήρθε αιφνίδια ως κεραυνός να προστεθεί στον μιχαήλ άγγελο και σ’ ένα του ποίημα :

.

.

επίγραμμα (χρονολογία : 1545 ή 1546)

μ’ αρέσει ο ύπνος μου, περί πολλού τόν έχω, και τό ότι είμαι πέτρινος
όσο αντέχει ο πόνος κι η ντροπή μου.
Τύχη τό λέω τό ότι δεν μπορώ να δω ούτε ν’ ακούσω·
λοιπόν, μή μέ ξυπνάτε, και μιλάτε σιγανά

(βλ. όμως και εδώ)

.

. 

   γι’ αυτό τό τελευταίο βιβλίο θα ’θελα να πω και μερικά ακόμα :

   η αλληλογραφία του είναι πολύτιμη – και ενίοτε ξεθεωτική – πλήρης πόνου και κεφιού ( : ο τοσκανός, αν δεν έγραφε σε φίλους του αστεία έγραφε σε (πάπες μαικήνες ή) συγγενείς του, κατά κανόνα θυμωμένα)
   τά ποιήματα (σονέτα και μαδριγάλια στην πλειοψηφία τους) μ’ έκαναν επιπλέον να θέλω να δοκιμάσω μεταφράσεις τους έτσι απ’ τ’ αγγλικά, πρόχειρα :

.

.

μαδριγάλι (νο. 8 )

Πώς γίνεται και δεν ανήκω πια σε μένα;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος μού ’κλεψε τόν εαυτό μου
ποιος είν’ στον εαυτό μου πιο κοντά
ή κάνει περισσότερα με μένα απ’ ό,τι εγώ;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος είν’ αυτός που μέσα στην καρδιά μου περπατά
και δεν μ’ αγγίζει διόλου;
Τί είν’ αυτό, ω έρωτα
τό πράγμα που απ’ τά μάτια ερημώνει τήν καρδιά
τήν κατοικεί και γέμισε τό κάθε κομματάκι;
Που αν εκραγεί;

.

.

σονέτο στον τομάζο καβαλιέρι (1532) (νο. 58)

Τό ξέρεις πως τό ξέρω, Κύριέ μου, ότι τό ξέρεις
πως ήρθα για να σέ χαρώ από πιο κοντά·
τό ξέρεις πως τό ξέρω ότι τό ξέρεις πως εγώ είμαι,
κι έτσι γιατί να αναβάλλουμε άλλο πια;

Αν η ελπίδα που μού έδωσες λέει τήν αλήθεια,
κι αλήθεια αν λέει ο καλός σου πόθος που μέ τύλιξε,
ας πέσει αυτός ο τοίχος που ’ν’ ανάμεσά μας
η μυστική η θλίψη είναι δυο φορές βαριά

Κι αν αγαπώ σε σένα μόνο, Κύριέ μου,
αυτό που εσύ σε σένα πιο πολύ αγαπάς
μή μού θυμώσεις – αγαπιώνται δύο πνεύματα

Αυτό που στ’ όμορφό σου πρόσωπο έμαθα κι ονειρεύτηκα
κάθε μυαλό ανθρώπου θα τό έπιανε άσχημα,
είναι για να πεθαίνει αυτός που θέλει να τό δει καλά.

.

.

σονέτο (νο. 85)

Θέλω να θέλω, Κύριε, ό,τι δεν θέλω,
κι ανάμεσα από τήν καρδιά κι απ’ τή φωτιά ένα πέπλο πάγου
νερό γεμίζει τή φωτιά και ψεύτη βγάζει τό γραφτό,
αφού η πένα μου κι η στάση μου δεν δένουν

Σέ αγαπάω με τή γλώσσα μου κι ύστερα κλαίω,
ο έρωτάς μου δεν αγγίζει τήν καρδιά, δεν είν’ σε θέση,
να βρει πού βρίσκεται τής χάριτος η πύλη ώστε να μπει,
και να πετάξει τήν ανήλεη περηφάνια απ’ τήν καρδιά μου

Τό πέπλο ξέσκισε εσύ και σπάσε αυτόν τόν τοίχο, Κύριέ μου,
που η σκληράδα του κρατάει ψυχρόν τόν ήλιο
διώχνει τό φως σου· σβήστηκε από τή γη

στείλε τήν ίδια αχτίνα φως στην ομορφιά που αγάπησες
για να μπορέσω να τήν έχω και εγώ, και να καώ,
και η καρδιά μου να μπορέσει να σέ νιώσει άφοβα

.

     

. 

   αυτός λοιπόν ο κατά γενικήν ομολογίαν ασκητικός (και μάλλον άσχημος άνθρωπος – δεν άφηνε ακριβώς γι’ αυτό και να τόν ζωγραφίσουν : είχε κατά τή γνώμη του μεγάλα αυτιά, και τού είχε σπάσει και τή μύτη ένας συμμαθητής του στο σχολείο) που δεν έτρωγε καλά, δεν πλενόταν πολύ, και κοιμόταν συχνά με τά ρούχα του (και με τίς μπότες του ακόμα πάνω στο κρεβάτι, όπως κουτσομπολεύανε οι γύρω) βγάζει στο γράψιμό του, αν τό δούμε αλλιώς, περισσότερο πάθος απ’ όσο έβαλε ποτέ στην κυρίως τέχνη του : κι ακόμα περισσότερο ζωντανεύει η ταλαιπωρημένη του ιδιοσυγκρασία με τήν αλληλογραφία του : γιατί, για τά σονέτα, (και τά άλλα ποιήματα) δεν πρέπει να παρασυρθούμε απ’ τήν απόσταση τού χρόνου που τά κάνει όλα εξωτικά, περίεργα, «ρομαντικά» : η αποστολή ποιημάτων συνηθιζόταν εκείνη τήν εποχή (και από τόν μεσαίωνα ακόμα) ούτως ή άλλως, και μπορούσε να ’ναι, εκτός από τήν ανακοίνωση ερώτων, κι ένα είδος ευχαριστίας για δώρο ή ακόμα και για γεύμα – οι άνθρωποι επικοινωνούσαν ξαποστέλνοντας δηλαδή ο ένας στον άλλον ραβασάκια παντός είδους (κι από τήν ιστορία τής ελοΐζας και τού αβελάρδου έχουμε και τό εκπληκτικό απόσπασμα «γράφε μου ό,τι θέλεις, λατινικά οι υπηρέτες δεν ξέρουν…») κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι αυτού τού είδους η καθημερινή επαφή ήταν από μια άποψη τά sms και τά ημαίηλ τής εποχής – και με κώδικα μάλιστα : Στα σύντομα ειδικότερα σημειώματα που συνόδευαν τήν αποστολή ποιημάτων, η ειρωνία και τό χιούμορ τού μιχαήλ άγγελου πολλές φορές δίνουν ρεσιτάλ – ειδικά στην περίπτωση τών 48 επιτάφιων τετράστιχων ( + 1 σονέτο, + 1 μαδριγάλι) που έγραψε μετά τά επίμονα (και κατ’ εξακολούθηση δώρα και) αιτήματα τού luigi del riccio για τόν θάνατο τού ανηψιού του cecchino bracci (1544) : (οι ειδικοί λένε μάλιστα ότι τά αντιμετώπισε περισσότερο σαν ποιητικές ασκήσεις και στοίχημα με τόν εαυτό του) έχουμε πάντως σε κάθε νέα αποστολή κι ένα καινούργιο σημείωμα – και δεν μπορεί να ’ναι τυχαίο τό πως, απ’ όλα τά σημειώματα που συνοδεύουν ποιήματα, αυτά είναι τά πιο αστεία : (σε άλλη περίπτωση ας πούμε σημειώματος κάτω από σονέτο έχουμε μια σοβαρότερη διευκρίνιση : «μάστρο Ντονάτο, μού ζητάς πράγμα που δεν έχω» – ή : «μάστρο Τζόρτζιο, σού στέλω δυο σονέτα, και μολονότι είναι χαζοδουλειά, στα στέλνω για να δεις τί σκέφτομαι και πού γυρνάει τό μυαλό μου, κι όταν θα γίνεις κι εσύ ογδονταενός χρονού όπως κι εγώ, θα μέ πιστέψεις…»)

   στην αποστολή επιταφίων κυριαρχούνε πάντως γαστρονομικές εξηγήσεις : (και εδώ, όπως και αλλού, επαληθεύεται έτσι και η μαρτυρία συγχρόνων του ότι ο μιχαήλ άγγελος ήταν ευσυγκίνητος με τά δώρα : ενθουσιαζόταν και φιλοτιμούνταν πολύ αν τού χαρίζαν οτιδήποτε – και ο ρίτσιο τόν είχε φορτώσει όπως φαίνεται πέστροφες)

   λίγα παραδείγματα :

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 155 με τό σημείωμα :
   «αυτό είναι για τήν πέστροφα· τό σονέτο που σού ’λεγα θα ’ναι για τό πιπέρι που κοστίζει λιγότερο, αλλά δεν μπορώ να γράψω. Σέ χαιρετώ.»

   κι είχε σημειώσει πάνω στο μαδριγάλι 154 :
   «να τό γυαλίσω τό πρωί»

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 165 («στον έρωτα») με τό υστερόγραφο :
   «για τή χτεσινοβραδινή πάπια» 

   στο 167 σημειώνει «πρόκειται περί σάτιρας, και σέ χαιρετώ» και στο 170 «αυτό τό βάζω όχι σα σάτιρα αλλά σαν όνειρο» (και τά δύο μαδριγάλια στέλνονται στον ρίτσιο και μιλάν για γυναίκες)

   (από τά επιτάφια για τόν τσεκίνο μπράτσι) : στο 188 γράφει στον ρίτσιο : «αν δεν θέλεις να σού στείλω άλλα, μη μού στέλνεις κι εσύ άλλα» (προφανώς εννοεί δώρα, πέστροφες ή μανιτάρια)

   για τό 192 γράφει στον ίδιο : «αυτό δεν ήθελα να στο στείλω γιατί είναι λίαν αδέξιο, αλλά μπροστά σε πέστροφες και τρούφες και θεοί πείθονται. Τά χαιρετίσματά μου»

   στον ίδιο, για τό επιτάφιο 196 : «για τά αλμυρά μανιτάρια, μια που δεν θα ’χεις τίποτ’ άλλο»

   για τό 199 : «αυτά τά λέει η πέστροφα, όχι εγώ· αν δεν σ’ αρέσουν τό λοιπόν οι στίχοι, μην τίς ξαναμαρινάρεις άλλη φορά χωρίς πιπέρι»

   για τό 205 : «για τή χελώνα· για τό ψάρι θα μιλήσει ο Ουρμπίνο αφού τό καταβροχθίσει»

   για τό 212 εξηγεί (επί τού θέματος) : «Ο τάφος μιλάει σ’ όποιον διαβάσει τίς γραμμές αυτές. Χαζοπράματα, αλλά αφού θέλεις να σού φτιάξω χίλια, θα ’χουμε αναγκαστικά όλων τών ειδών»

   όπως και να ’χει, ο μιχαήλ άγγελος φαίνεται απ’ τά ίδια του τά ποιήματα ότι δούλευε με τήν ίδια προσοχή και τά μάρμαρα και τά χρώματα και τά γραφτά του – και σώζονται σε κάποιες περιπτώσεις αλλεπάλληλες εκδοχές και βασανισμοί στίχων (έχουμε και τήν περίπτωση ενός σονέτου που αρχικά τό ’γραψε για μια (άγνωστή μας) γυναίκα και σε μια μεταγενέστερη εκδοχή τό έστειλε (μάλλον) στον τομάζο καβαλιέρι) : η τελειομανία πάντως τού τεχνίτη βγαίνει ολοκάθαρη και στον τρόπο με τόν οποίο δουλεύει τήν ποίησή του : και προσωπικά τό βρήκα και συγκινητικό τό ότι χρησιμοποιεί τήν έκφραση «θα τό πατινάρω αύριο τό πρωί» ή «θα τό γυαλίσω αργότερα» για τά  ποιήματα, χρησιμοποιώντας ακριβώς δηλαδή μια  έκφραση από τήν γλυπτική : αλλά τό γεγονός πως θεωρούσε τήν ενασχόληση με οποιαδήποτε τέχνη μέρος τής ίδιας διαδικασίας, βγαίνει ανάγλυφα θα ’λεγε κανείς και από τή συνήθειά του να σημειώνει τίς πρώτες γραφές ποιημάτων στο ίδιο χαρτί που έχει ζωγραφίσει προσχέδια ενός πίνακα ή ενός γλυπτού

.

 

.

   στην καθεαυτό αλληλογραφία του πάντως, τά πράγματα σοβαρεύουν με άλλο τρόπο και γίνονται μάλλον μουντά – υπήρξε ένας ανηψιός ειδικά που πολύ φαίνεται να τόν κούρασε (χωρίς να έχω περισσότερες πληροφορίες αυτή τή στιγμή, κάτι μού θυμίζει αυτό και από τή ζωή ενός άλλου νευρικού, τού μπετόβεν) : έτσι, με τά γράμματά του, μού ήρθε κατακούτελα ένας τοσκανός πολύ πιο καθημερινός και πλήρης – ενδιαφέρων έως σπαρακτικός στα διάφορα βάσανα που πέρασε (με συγγενείς, μαικήνες, μέδικους, βατικανά, πάπες, πολιτικά αδιέξοδα) (και σ’ αυτό έμοιασε θέλοντας και μη, και με τόν δάντη – τόν οποίο θαύμαζε, σεβόταν, φοβόταν, ήθελε να τού μοιάσει, κτλ) :

 

   απ’ τά γράμματα θα βάλω σαφώς λιγότερα δείγματα :

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1533)

   Άρχισα να γράφω στην ευγενεία σου, απερίσκεπτα πολύ, κι υπόθεσα ότι εγώ πρώτος έπρεπε να κάνω κίνηση, λες κι έπρεπε να τήν κάνω σαν χρωστώντας απάντηση σ’ ένα δικό σου· κι ύστερα αργότερα κατάλαβα τό λάθος μου πολύ περισσότερο, όταν δοκίμασα και μύρισα και διάβασα τό δικό σου, που ’χες κείνη τήν ευγένεια· και μένα μού φαίνεται ότι απέχεις τόσο απ’ τό μόλις τώρα να γεννήθηκες, όπως μού τό λες στο δικό σου, παρά πως ήσουνα στον κόσμο χίλιες φορές πριν από τώρα, και γω λέω για τόν εαυτό μου πως είμαι αγέννητος ή αλλιώς γεννήθηκα νεκρός, και θα τό φώναζα έτσι που να σκάσει κι ο ουρανός κι η γη, αν δεν ήτανε μονάχα που σε σένα είδα και πίστεψα που η ευγενεία σου δέχτηκε τόσο πρόθυμα να πάρει μερικά από τά έργα μου, κι αυτό μ’ έκανε εμένα και πιο πολύ θάμαξα παρά αναγάλλιασα. Κι αν είν’ αλήθεια αληθινό αυτό που λες, ότι νιώθεις από μέσα όπως μού γράφεις απέξω, κρίνοντας τά έργα μου, αν κατά τύχη κάποιο απ’ αυτά όπως πολύ επιθυμώ σού άρεσε, εγώ αυτό τό έργο θα τό πω όχι τόσο καλό όσο τυχερό. Μη σέ κουράζω δεν θα γράψω άλλο. Πολλά πράγματα που θα ’χα να σού πω μένουν στην άκρη τού φτερού αλλά ο φίλος μας ο Πιεραντόνιο, που τόν ξέρω πως μπορεί και θέλει να συμπληρώσει ό,τι δεν μπορώ, θα στο τελειώσει στα προφορικά.

   Επιτρεπτό είναι να πει σ’ αυτόν που θα τό πάρει τούτο δω όλα όσα ο άλλος τού δίνει μα από λεπτότητα δεν τό κάνει δωμέσα.

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 1533)

   Αγαπημένε μου κύριε : Αν δεν είχα πιστέψει ότι σέ είχα πείσει για τήν τεράστια, τί λέω, τήν αμέτρητη αγάπη που σού έχω, δεν θα τό ’βρισκα περίεργο ούτε θα απορούσα που δείχνεις τόση υποψία στα όσα στέλνεις κι υποψιάζεσαι επειδή δεν σού ’γραψα μην και σέ ξέχασα. Αλλά τί λέω ούτε καινούργιο είναι ούτε να ξαφνιάζομαι, αφού και όλα τά υπόλοιπα μού παν ανάποδα, να πάει κι αυτό ανασούμπαλα, γιατί αυτό που η ευγενεία σου μού λέει, τό ίδιο θα ’πρεπε εγώ να σού τό πω· ίσως όμως να τό κάνεις για να μέ τσιγκλίσεις ή για ν’ ανάψεις νέα και μεγαλύτερη φωτιά, αν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη· μα ό,τι και να λες εσύ, εγώ ένα ξέρω πως θα ξεχάσω τ’ όνομά σου τήν ίδια ώρα και στιγμή που θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω· και μπα πιο εύκολα θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω, που τρέφει μόνο σώμα με τή δυστυχία, παρά τό όνομά σου, που τρέφει σώμα και ψυχή, και τά γεμίζει και τά δυο με τέτοια γλύκα, που δεν καταλαβαίνω πια ούτε πόνο ούτε φοβάμαι θάνατο όσο η μνήμη μου μέ κάνει τ’ όνομά σου να θυμάμαι. Σκέψου μονάχα αν τά μάτια μου είχαν κι αυτά μερίδιο, σε τί κατάσταση θα ήμουνα.

.

   (ΣΤΟΝ ΑΝΗΨΙΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΑΡΝΤΟ· ΡΩΜΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1544)

   Λιονάρντο : ήμουνα άρρωστος, και συ, όπως σέ πρότρεψε ο μάστρο Τζιοβάν Φραντσέσκο, ήρθες για να μέ αποτελειώσεις και να δεις αν σού αφήνω τίποτα. Δεν είναι αρκετά δικά μου στη Φλωρεντία να σού φτάνουν; Μην τό αρνιέσαι σαν τόν πατέρα σου είσαι, που μέ πέταξε έξω απ’ τό σπίτι μου στη Φλωρεντία. Μάθε ότι έχω κάνει διαθήκη με τρόπο τέτοιο που απ’ αυτά που έχω στη Ρώμη να μην λογαριάζεις πλέον τίποτα. Και άντε στην ευχή και μην ξαναφανείς μπροστά μου, και μη μού ξαναγράψεις, και να κάνεις όπως ο παπάς.

Μικελάντζελο

.

.

.

 

.

   τέλος, ως επιστέγασμα τής παρούσας σινδόνης, και μερικά ημερολογιακότερα όλων :

   δεν θα πω σε ποιο νησί ήμουν, όπως τό απόφυγα και πέρυσι : Φέτος οι λόγοι είναι επιπλέον σαφέστεροι : θα μπορούσα βέβαια να προσθέσω με τήν ευκαιρία και τή δικιά μου πραγματεία στις ήδη υπάρχουσες περί «ανάλυσης τής κρίσης», τό ζητάει κι η εποχή, και δεν θα ’θελα σε καμία περίπτωση να θεωρήσει κάποιος πως τό γεγονός ότι απόφυγα τό θέμα, όλον αυτόν τόν καιρό, σημαίνει ότι τό θέμα δεν μέ ενδιαφέρει (συμβαίνει τό εντελώς αντίθετο)

   δεν πρόκειται όμως – θα πω λίγα μόνο :

   πήγα λοιπόν σ’ ένα μικρό νησί, και τό βασικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι ότι οικονομική κρίση για ένα μέρος τής ελληνικής επικράτειας δεν υφίσταται (πράγμα που θα μπορούσε από μιαν άλλη οπτική να οδηγήσει στη διαπίστωση πως εκεί ακριβώς βλέπει κανείς διάφανα μερικούς εσωτερικούς τουλάχιστον λόγους που διευκόλυναν χειραγώγησαν ή επέκτειναν τήν ολική κρίση)
   (δεν θα πω για τό τοπίο, που ήταν υπέροχο – αλλά για τό τοπίο δεν ευθύνονται οι κάτοικοι, και η συμμετοχή τού τοπίου στην κρίση είναι πολύ συζητήσιμη)
   πάντως πρώτη φορά, τουλάχιστον εγώ, έπεσα πάνω σε μια κοινότητα, με τέτοια σύμπνοια συσπειρωμένη γύρω από τήν εκδοχή τής (πρώην) ελληνικής ευφορίας πως ο καθένας πρέπει να κουβαλάει όπου πάει μαζί του και τό αυτοκίνητο – τό οποίο εννοείται ότι πρέπει να έχει – : πόσα δεν δικαιολογεί όμως (και δεν επεξηγεί) αυτό για τήν περίοδο τού έξαλλου νεοπλουτισμού που προηγήθηκε (κι απ’ τήν οποία μάλλον δεν θέλουμε να συνέλθουμε – φοβάμαι ότι τά μικροαστικά στρώματα που ορύονται ότι η χούντα δεν έπεσε τό ’73 (όσοι τούς είδαμε, στο σύνταγμα, μάλλον βεβαιωθήκαμε ότι τό ’73 ήταν ευτυχείς και σώοι και αβλαβείς) δεν εκνευρίζονται παρά για τό ότι αυτός ο νεοπλουτισμός τούς κόπηκε, και όχι για τό ότι ήτανε ψεύτικος ή βλαβερός – εξαιρούνται παντός λιβέλου οι υπάλληλες τού ιδιωτικού τομέα, (έχω υπάρξει τοιαύτη και ξέρω), αλλά αυτές μάλλον δεν ήταν φέτος για διακοπές σε νησί)
   γνώρισα πάντως και εξαιρετικούς ανθρώπους (νομίζω ότι έκανα και φίλους) ( : ένα από τά χαρακτηριστικά τού νησιού είναι ότι έχει φήμη πως τό επισκέπτονται διάφοροι δύστυχοι μονομανείς (με τήν καλύτερη έννοια τού όρου) : δεν διαψεύστηκα και σε όλα –)

.

   τό νησάκι πάντως είναι τελείως κάθετο από άποψη τοπογραφίας : και για να πας απ’ τό δωμάτιό σου στη θάλασσα πρέπει ν’ ανεβοκατέβης τό παλαμήδι ας πούμε καμιά εικοσαριά φορές. Υπάρχει (υπήρχε) βέβαια λεωφορείο, αυτό ήταν όμως επίσης πρόβλημα – για όσους πέφτουν κατά κανόνα σε ύπνο βαθύ (και δεν μιλάω ψυχαναλυτικά τώρα) η διαδικασία τού ξυπνήματος έχει μερικές πολύ στρυφνές απαιτήσεις : που σημαίνει ότι δεν χωράει εύκολα λεωφορείο στη ζωή σου πρωινιάτικα (τό «πρωινιάτικα» είναι σχήμα λόγου : ποτέ πριν τό μεσημέρι.) Προτιμώ να πηγαίνω στη θάλασσα με τά πόδια, και να ’ναι, ει δυνατόν, η θάλασσα και στα πόδια μου. Αυτό ήταν σίγουρα τό μεγάλο πλην τού νησιού.
   υπήρχαν βέβαια τά (αρκετά) δρομολόγια τού λεωφορείου αλλά αυτό, εκτός από τό ότι σέ ανάγκαζε να γίνεις μέρος θέλοντας και μη μιας χαρωπής αγέλης με τό που άνοιγες τά μάτια σου, σέ υποχρέωνε επιπλέον να έχεις στο μυαλό σου διαρκώς και τήν ώρα – πράγμα απαράδεκτο για μένα στις διακοπές τουλάχιστον. Επιπλέον, έπρεπε να ακούς, πριν καλά–καλά ξυπνήσεις, τίς μουσικές επιλογές τού λεωφορειούχου και τήν χαρωπή ελληνοπρεπή περιαυτολογία του : ήδη η επαφή με τή θάλασσα και τίς ωραίες αμμουδιές είχε υποστεί δηλαδή σοβαρότατο πλήγμα. Αλλά δεν έφταιγε τό νησί γι’ αυτό (εσύ τό διάλεξες) και στο κάτω–κάτω η κοινότητα σού ’δινε τήν εντύπωση ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να βολέψει τίς παράλογες καλοκαιρινές ανάγκες σου –

.

   κάθε νησί έχει τούς φθόνους και τίς αντιζηλίες του : τό συγκεκριμένο τά ’χει βάλει με τό μεγάλο διπλανό που «έχει σαιζόν πέντε μήνες» (ενώ τό μικρούλι αυτό φουλάρει τόν αύγουστο, και αυτό είναι όλο : κατά τίς αφηγήσεις κατοίκων). (Δεν ήξερα γιατί δεν φουλάρει και τούς άλλους μήνες – για μένα τό νησί ήταν πανέμορφο : η θέα απ’ τό δωμάτιό μου ήταν από τίς ωραιότερες (μόνο μια φορά είχα δει ωραιότερη άποψη τού αιγαίου αλλά εκεί μόνο αφού ανέβαινες στο κάστρο, όχι από τό δωμάτιο ή τή βεράντα σου – εδώ είχα τή δυνατότητα να δουλεύω με υπέροχη διάθεση λοιπόν τίς τελευταίες (πάντα ελπίζω!) διορθώσεις τού βιβλίου μου, μαζί με τόν καφέ μου κάθε πρωί, και ήμουνα σχεδόν ευτυχισμένη, ναι για λίγες μέρες) : προλάβαμε λοιπόν να κάνουμε μερικά σεπτεμβριάτικα μπάνια μεταφερόμενοι έτσι όπως είπαμε αγεληδόν ώσπου ύστερα ξαφνικά ένα βράδυ, και χωρίς περαιτέρω διαδικασίες, ο λεωφορειούχος δήλωσε ότι τά δρομολόγια ουσιαστικά σταματούσαν : θα γινόταν δηλαδή μόνο ένα τό πρωί κι ένα τό απόγευμα, ελλείψει αρκετής και σεβαστής αγέλης. (Έτσι εξηγούνται και τά περί φουλαρίσματος ή μη, σκέφτηκα) : Τό πρώτο σοκ τό διαδέχτηκε μια προσπάθεια εκ μέρους μου ως συνήθως αφελών εκλογικεύσεων ( : αλλά ήταν μάταιο, ο παλιός γνώριμος άρχων τής ελληνικής κοινωνίας αναδύθηκε περίλαμπρος) : Στην βλακώδη μου παρατήρηση «καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους δίπλα, με τούς πέντε μήνες; Μόλις κόβεται λίγο ο κόσμος μάς κόβετε και τή θάλασσα; Και τί λογική είν’ αυτή, να πετάτε στη θάλασσα αυτούς που θέλουν να σάς επεκτείνουν τή σαιζόν;» Έπεα πτερόεντα, και μπαινάκης και βγαινάκης : η λογική του, τετράγωνη λογική εκσυγχρονισμένου οικονομολόγου βαλκανιομάγκα : «Και τί θα κάνω εγώ, θα δουλεύει τό λεωφορείο, με τόση βενζίνη, για τό ενάμιση ευρώ πού κάνεις εσύ;» Λαμπρά. Δηλώνουμε αποχώρηση και τό βράδυ στο μπαρ τό συζητάμε με έλληνες και ξένους, φανατικούς οπαδούς τής ξερολιθιάς :

   Έπρεπε να φέρετε τ’ αυτοκίνητο (αυτοί είχαν φέρει)

   Θα έρχομαι να σέ κατεβάζω εγώ

   Δεν είσαι καλά που θ’ ανεβοκατεβαίνεις για χάρη μου

   Καλά κατέβαινε τό μεσημέρι με τά πόδια και τό βράδυ θα σ’ ανεβάζω

   Μού ’φυγε τό κέφι, έπειτα εσείς φεύγετε σε λίγο, δεν θέλω να μείνω κι εγώ άλλο, άκου «τό ενάμιση ευρώ που κάνω εγώ» : η κοινότητα όμως τί λέει;

   Ποια κοινότητα, δεν υπάρχει κοινότητα : η μαγκιά τού καθενός εδώ είναι η οικογένειά του και τά σπίτια που νοικιάζει

   Άλλωστε δεν ανήκει στην κοινότητα τό λεωφορείο. Κανείς δεν ξέρει πού ανήκει τό λεωφορείο. Είναι ιδιωτική επιχείρηση. Ο λεωφορειούχος – προσθέτει ο παντογνώστης μπάρμαν – είναι ουσιαστικά στον αέρα κι εντελώς παράνομος

   Έχεις προσέξει τά εισιτήρια που κόβει; Έχεις δει να έχουνε θεώρηση από τήν εφορία; Δεν έχουν. Σκέτο κωλόχαρτο.

   (δυστυχώς από τόν θυμό μου είχα πετάξει και τό τελευταίο εισιτήριο)

   Καλά, οι υπόλοιποι δεν έχουν τήν αίσθηση ότι πρέπει να κρατήσουν τόν κόσμο που έρχεται σεπτέμβρη μήνα να τούς μεγαλώσει τή σαιζόν;

   Ποιοι υπόλοιποι; Αυτοί έχουν τά κατσίκια τους και τίς είκοσι μέρες τού αυγούστου – τούς φτάνουν και τούς περισσεύουν. Τίμιοι και ολιγαρκείς.

   Καλά, δήμος δεν υπάρχει;

   Έλα μωρέ, αστειεύεσαι; Δε μού λες, εσένα θα σού δώσουν απόδειξη για τό δωμάτιο;

   Μού ’πε ότι έκλεισε ο λογιστής του τόν αύγουστο

   Τά βλέπεις; Ένας άλλος που τούς έκανε φασαρία ακόμα στα δικαστήρια θα τρέχει

   Καλά δεν έχουν αίσθηση κοινού συμφέροντος όλοι μαζί εδωχάμω;

   Να σού φέρω ένα καινούργιο ποτό να συνέλθεις;

.

   τήν άλλη μέρα λοιπόν ετοιμαζόμαστε για αναχώρηση : η σκοτεινή τρύπα που χρησιμεύει για πρακτορείο εξυπηρετείται από ένα βαρύ μουτρωμένο αντίγραφο πρωινάδικου : η αναχώρηση από νησί όμως ως γνωστόν δεν είναι κι εύκολη υπόθεση : πρέπει να βρεις τό κατάλληλο πλοίο (έχω σκυλοπνιγεί από τούς σκυλοπνίχτες τών εφοπλιστών, για τούς οποίους επίσης δεν υπάρχει κρίση) και πρέπει να βρεις τίς κατάλληλες ώρες, και επιπλέον εγώ προσέχω και τόν καιρό : «Να ξανάρθουμε αύριο;» «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα, κλείνουμε : από αύριο μόνο στο λιμάνι και μία ώρα πριν φύγει τό καράβι»
   : θα κάνουμε τρία χιλιόμετρα να συνεννοηθούμε, και τρία χιλιόμετρα να ξανανέβουμε, κι ύστερα τρία να ξανακατέβουμε
   ξαναπετάω τό αγαπημένο μου επιχείρημα : Καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους διπλανούς με τούς πέντε μήνες σαιζόν; Με κοιτάει φτύνοντας πρωινιάτικες γοητείες : «Δεν μάς ενδιαφέρουν καθόλου οι διπλανοί, εμείς είμαστε φίσκα τόν αύγουστο, και μάς φτάνει». (Κατά μυστήριο τρόπο) βάζω στοίχημα με τόν εαυτό μου ότι είναι η γυναίκα τού λεωφορειούχου – κάποιος θα τής σφύριξε τή χτεσινή συζήτηση στο μπαρ και φτύνει τό φτωχό μου σαρκίο τού ενός ευρού με όλη της τή δύναμη
   αναγκαστική παραμονή μερικών ημερών ακόμη – συνηθισμένα πράγματα αυτά στα νησιά : από τά περήφανα μη αγελαία μου πλέον τρία χιλιόμετρα προς τή θάλασσα έχω βγάλει και κάτι φουσκάλες, στα πόδια μου με τά οποία όπως φαίνεται εξίσου γράφω όσο και με τά χέρια, αλλά ούτε αυτό μέ πειράζει : η φουσκάλα τής κρίσης λάμπει σα φλογοβόλο πάνω από τό κεφάλι μου. Οι άλλοι έχουν αναχωρήσει, και κάποιος μού τηλεφωνεί από τό περσινό νησί τί γίνομαι (έχω κι ενοχές που τούς άφησα κι ήρθα εδώ) : εκεί φυσικά ανοιχτά όλα μέχρι τέλος και σεπτεμβρίου και  οκτωβρίου
   στο τέλος αναχωρώ και εγώ : Συμπαθής εστιατόρισσα μού ανακοινώνει ότι τά δρομολόγια τού λεωφορείου ξανάρχισαν – μια μέρα πριν φύγω. – Πώς αυτό; – Ε, είδε ότι έχει ακόμα λίγο κόσμο, ήρθαν και μερικοί καινούργιοι.

.
   να τούς χαιρόμαστε όλοι μαζί λοιπόν τούς τουριστικοφάγους συγκατοίκους μας τής άτεγκτης κρίσης και τούς εκτιμημένους εκ νέου εαυτούς μας τού ενάμιση ευρού

.

   και δεν μ’ ενδιαφέρει φυσικά να βρουν τιμωρία από μένα που μού χάλασαν τίς διακοπές μου – για τόν ίδιο λόγο, και εξαιτίας ενός παλαιόθεν ακραίου φυσικού πολιτικοασαφούς συμπλέγματος δεν θα κάνω τίποτα για τήν παράνομη κατάσταση τού λεωφορείου : θα τούς τακτοποιήσουν όμως άλλα πράγματα, είμαι σίγουρη, ή τουλάχιστον τό ελπίζω : αργά ή γρήγορα  δηλαδή θα τήν βρούνε τήν τιμωρία τους οι κατσικοαστοί – κι ίσως μάλιστα κάποια στιγμή να τούς αγγίξει και κάποιου άλλου είδους κρίση που να μετατρέψει τό ευρώ τού καθενός σε σκληρότερο νόμισμα


   (γιατί, πώς να τό κάνουμε, δεν διάλεξα εγώ ν’ ασχοληθώ με τόν τουρισμό, αυτοί ασχολούνται – και πρέπει κάποια στιγμή να μάθουν να κάνουν καλά τή δουλειά τους όλοι σ’ αυτή τήν χώρα όπου η αυθαιρεσία και τό αποφασίζομεν και διατάσσομεν όπου μάς παίρνει, θεωρείται προϊόν ονομασίας προέλευσης : στο κάτω–κάτω αν είχανε τά κότσια ας εξακολουθούσανε να χτίζουνε τίς κατοικιές τους, και να βόσκουνε τίς κατσίκες τους, και να τό παίζουνε στην πρωινιάτικη συμβία τους (όσο θα τούς παίρνει κι εκεί)  μαχαλόμαγκες : αλλά αφού δεν τούς πέφτουν κι άσχημα τά λεφτά ημών τών κουτόφραγκων πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβουνε ως έλληνες ότι όσο και να απομυζούν υπεραξία από τό τοπίο, οι ίδιοι δεν δημιουργούνε ούτε παράγουνε πια τίποτα : υπηρεσίες προσφέρουνε, και τά συμπλέγματα τών υπανάπτυκτων που θέλουν να ’ναι σερβιτόροι με νοοτροπία μεγαλέξαντρου θα πάνε αργά ή γρήγορα νομοτελειακά περίπατο, πάει τελείωσε τό λοφίο αυτό έχει σαπίσει).

   αυτά τά λίγα ημερολογιακά κι από μένα και με τά λιγότερα ψέματα

   ας έχουμε έναν βαρύ ασήκωτο και δημιουργικό χειμώνα

.

.

.

                

.

 

.

.

.

Απριλίου 22, 2011

καζιμίρ μαλέβιτς, εγκώμιο στην τεμπελιά

 

.. 

    

 

   τό βιβλίο για τό οποίο γράφω σήμερα (μολονότι εγώ τώρα μόλις τό διάβασα) έχει εκδοθεί εδώ και καιρό

   και έχει γραφτεί ακόμα πιο παλιά : είναι κείμενο τού 1921, ο καζιμίρ μαλέβιτς πρέπει δηλαδή να τό έγραψε τήν εποχή που δίδασκε στη σχολή καλών τεχνών τού vitebsk, αυτήν που οργάνωσε ο ίδιος τό 1918 μαζί με τόν marc chagall (η σχολή έζησε πολύ λίγα χρόνια)

   μετά τόν θάνατο τού λένιν ο οποίος είχε τήν ευφυία (ή τήν πολιτικότητα) κάποια πράγματα να τά ανέχεται ακόμα κι αν δεν τά καταλάβαινε (απολύτως ή καθόλου) και με τήν άνοδο τού στάλιν τό φαινόμενο τής ρωσικής πρωτοπορίας έκανε μια πλήρη, και τραγική θα έλεγα, στροφή περί τόν εαυτό του περνώντας πλέον κανονικά στην παρανομία : δεν είχε καμία σχέση με τόν σοσιαλιστικό ρεαλισμό που θα επιβαλλότανε στο μέλλον ολοσχερώς, και διά φυλακής και διά  ροπάλου… : τά  περισσότερα μέλη τού εκπληκτικού αυτού κινήματος που είχε γεννηθεί σ’ εκείνα τά φοβερά γόνιμα και επαναστατικά χρόνια πριν τήν επανάσταση, (και δεν συμπεριλάμβανε μόνο ζωγράφους, αλλά και αρχιτέκτονες, φωτογράφους, μουσικούς και ποιητές – προς τιμήν τού μαγιακόφσκυ θα υπάρξει μόνο ένα βιντεάκι παρακάτω) άρχισαν να κρύβονται λοιπόν, να συλλαμβάνονται, να ανακρίνονται, να βασανίζονται – έχουμε και έναν θάνατο πάνω στα βασανιστήρια [παρένθεση : δεν έχω σκοπό να γράψω σήμερα γενικά για τή ρώσικη πρωτοπορία, κι ας είναι ένα θέμα που αγαπάω πάρα πολύ (είπαμε : για τόν μαγιακόφσκυ μόνο θα κάνω μια εξαίρεση (συγχωρούμαι) και θα βάλω και μερικούς πίνακες άλλων, εν είδει πινακοθήκης) : παρ’ όλ’ αυτά και επειδή δεν θέλω ν’ αφήνω τά πράγματα να αιωρούνται μισοειπωμένα προσπάθησα να θυμηθώ ποιος ζωγράφος ακριβώς ήταν αυτός που πέθανε πάνω στα βασανιστήρια (ή «στην ανάκριση» όπως είναι η πολιτικώς ορθή (και αντικειμενική δήθεν) έκφραση…) – έτσι όπως είχα ακούσει τήν ιστορία από τήν άννα καφέτση κατά τήν ξενάγησή της στην έκθεση εκείνη (τό ’96 στην εθνική «μας» πινακοθήκη (που με κάτι τέτοιες, ελάχιστες, εκθέσεις γινόταν κάποτε πραγματικά «μας»)) αλλά δεν τά κατάφερα : ψάχνοντας λοιπόν στη βίκι μήπως βγάλω άκρη από τά βιογραφικά τών μελών τού κινήματος ψάρεψα δύο «σχετικούς» θανάτους : τόν aleksandr drevin τόν συνέλαβε η μυστική αστυνομία τού στάλιν στις 17 ιανουαρίου τού 1938 και τόν εκτέλεσε στις 26 φεβρουαρίου / ο gustav klutsis συνελήφθη (επίσης!) στις 17 ιανουαρίου 1938 και πέθανε έξη βδομάδες μετά (ας προσθέσω ότι ο κλούτσις είναι ο περίφημος εφευρέτης τού φωτομοντάζ – οι αφίσες του επηρέασαν μετά και άλλους τού κινήματος και είναι ώς σήμερα πολύ γνωστές – έχει κάνει προπαγανδιστικά φωτομοντάζ με τόν λένιν και τόν στάλιν και ήταν ιδιαίτερα πιστός στο κόμμα τού οποίου ήταν και μέλος…) : τώρα ξέρουμε ότι πέθανε πάνω στα βασανιστήρια – ή εκτελέστηκε – διαλέγουμε όποια λέξη μάς αρέσει – στις φυλακές τού butovo κοντά στη μόσχα, λίγο μετά τή σύλληψή του – πάντως η γυναίκα του, η ζωγράφος και μαθήτριά του valentina kulagina αγωνιούσε για μήνες και χρόνια για τήν τύχη του, και τελικά πέθανε τό 1987 πιστεύοντας τήν επίσημη εκδοχή ότι ο κλούτσις «έπαθε καρδιακή προσβολή» στη φυλακή τό 1944]

 

       

 

   σημ.: για όποιον θέλει περισσότερες πληροφορίες για τήν (ζωγραφική) ρωσική πρωτοπορία συστήνω ανεπιφύλακτα (εδώ σε pdf) τή συνέντευξη τής άννας καφέτση (που οργάνωσε και τήν πρώτη έκθεση που έγινε στην αθήνα, από τόν δεκέμβριο τού 1995 ώς τόν απρίλιο τού 1996)

 

        

.

   αποσπάσματα από τό κείμενο λοιπόν «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου» τού καζιμίρ μαλέβιτς :

   …η δουλειά πρέπει να θεωρείται καταραμένη, όπως διδάσκουν οι θρύλοι για τόν Παράδεισο, ενώ η τεμπελιά πρέπει ν’ αποτελεί τόν ουσιώδη στόχο τού ανθρώπου. Μα συμβαίνει τό εκ διαμέτρου αντίθετο. Αυτήν ακριβώς τήν αντιστροφή θέσεων θα ήθελα να εξηγήσω…

   …θαρρώ πως ο άνθρωπος έχει κάνει κάτι παράξενο με τίς αλήθειες· τίς έχει αντιμετωπίσει όπως ο μάγειρας, που έχει στη διάθεσή του πολλά δοχεία με διαφορετικά τρόφιμα μέσα. Βέβαια, τό κάθε δοχείο είχε αρχικά τό καπάκι του με μία ταμπέλα, αλλά ο μάγειρας, από αφηρημάδα, έκλεισε τά κουτιά μπερδεύοντας τά καπάκια και τώρα είναι αδύνατον να μαντέψει τί έχει μέσα τό κάθε δοχείο. Τό ίδιο ακριβώς έχει γίνει και με τίς αλήθειες : πολλά ρητά, πολλές αλήθειες έχουν ένα καπάκι με μια ταμπέλα και όλοι νομίζουν ότι καταλαβαίνουν θαυμάσια τί υπάρχει κάτω από τό καπάκι. Τό ένα καπάκι γράφει επάνω : «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Σκεπάσανε μ’ αυτό στα κουτουρού μια κατσαρόλα και πιστεύουν, μέχρι σήμερα, ότι μέσα έχει ατιμία και κακία…

   …στο φιλόπονο κοινοκτημονικό σύστημα, όλοι στέκουν αντιμέτωποι με τόν θάνατο, όλοι έχουν μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό : να βρουν μια σανίδα σωτηρίας στην εργασία, στην παραγωγική εργασία, αλλιώς η τιμωρία τους θα είναι να πεθάνουν τής πείνας. Ένα τέτοιο σοσιαλιστικό εργασιακό σύστημα αποσκοπεί, ασύνειδα βέβαια, να ζέψει στη δουλειά ολόκληρη τήν ανθρωπότητα προκειμένου ν’ αυξήσει τήν παραγωγή, να εγγυηθεί τήν ασφάλεια, να ενδυναμώσει τήν ανθρωπότητα και να επιβεβαιώσει τό «Είναι» της με τήν παραγωγική της ικανότητα. Ασφαλώς, τό σύστημα αυτό, που δεν νοιάζεται για τό άτομο αλλά για ολόκληρη τήν ανθρωπότητα, είναι αναμφισβήτητα δίκαιο. Τό ίδιο, όμως, είναι και τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Προσφέρει τό ίδιο δικαίωμα στην δουλειά, τήν ίδιαν ελευθερία τής δουλειάς, τής συσσώρευσης χρήματος στις τράπεζες ως εγγύηση τής «τεμπελιάς» στο μέλλον και, κατά συνέπεια, προϋποθέτει ότι ίσα ίσα τό χρήμα είναι τό μαγικό σύμβολο, επειδή θα φέρει τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς, που στην πραγματικότητα  όλοι τήν ονειρεύονται.
   Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος ύπαρξης τού χρήματος. Τό χρήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κομματάκι τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα θα έχεις, τόσο περισσότερο θα χαρείς τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς…

   …τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα έχει διαμορφώσει, με όλα τά καλά ή κακά μέσα, μια κοινωνική τάξη κεφαλαιοκρατών που έχει εξασφαλίσει τήν ευδαιμονία της μέσα στην τεμπελιά. Αλλά καθώς αυτό που εξασφαλίζει τήν τεμπελιά είναι η εργασία, τό κεφαλαιοκρατικό σχέδιο οργάνωσης τής εργασίας έχει κατασκευάσει τό σύστημά του με τόν ακόλουθο τρόπο, που δεν επιτρέπει σ’ όλους τούς ανθρώπους να έχουν ισοτιμία στην χρήση τής τεμπελιάς : απολαμβάνουν τήν τεμπελιά μόνον όσοι έχουν εξασφαλίσει ένα κεφάλαιο. Έτσι, μια κοινωνική τάξη, η τάξη τών κεφαλαιοκρατών, απελευθερώνεται από τήν εργασία από τήν οποία οφείλει ν’ απελευθερωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα…

   …κατασκευάζει κάποιος μια μηχανή. Ο κεφαλαιοκράτης τήν χρησιμοποιεί προς όφελός του· οι κεφαλαιοκράτες κατόρθωσαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τούς εργάτες και ν’ αυξήσουν τό κεφάλαιό τους στερώντας από τούς εργάτες τόν χαμηλότερο μισθό, τό χρήμα που θα λάμβαναν σαν τίτλο τεμπελιάς. Πολλοί τέτοιοι τίτλοι έμειναν στα χέρια τού επιχειρηματία. Ο εργάτης υποχρεώθηκε ν’ αρκεστεί στις μέρες τών γιορτών για να κατορθώσει να ξεκουραστεί σωματικά, ενώ οι επιχειρηματίες χαίρονταν απεριόριστα τήν τεμπελιά…

   …η σοσιαλιστική ανθρωπότητα θα φορτώσει τούς κάλους και τόν ιδρώτα της στα μπράτσα τών μηχανών και θα εξασφαλίσει στις μηχανές εργασία απεριόριστη, εργασία που δεν θα τούς αφήνει στιγμή ανάπαυσης. Στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά».
   Ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά. Από τήν άλλη μεριά, η τεμπελιά αποτελεί τό κυριότερο κίνητρο για τήν δουλειά, γιατί μόνο με τήν δουλειά μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει τήν τεμπελιά, αφού είναι προφανές ότι ο άνθρωπος, με τήν δουλειά, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο υπό τήν επήρεια μιας κατάρας, ενώ προηγουμένως ζούσε μονίμως σε κατάσταση τεμπελιάς. Ίσως να υπήρξε πράγματι κάποτε μια τέτοια κατάσταση στην ανθρώπινη κοινότητα και ίσως ο θρύλος τού Παραδείσου και τής δημιουργίας  τού ανθρώπου και τής εκδίωξής του απ’ τόν Παράδεισο να είναι μια θολή ανάμνηση μιας κατάστασης τού παρελθόντος, εκτός αν πρόκειται για τήν εικόνα μιας μέλλουσας πραγματικότητας, στην οποία θα φτάσει ο άνθρωπος μέσα από τήν κατάρα τής εργασίας…

   …σήμερα, ο άνθρωπος δεν είναι πια μοναχός του : τόν συντροφεύει η μηχανή· αύριο, θα μείνει μόνον η μηχανή, ή κάτι άλλο, που θα επέχει θέση μηχανής. Τότε, θα υπάρχει πια μόνο μια και μοναδική ανθρωπότητα, καθισμένη στον θρόνο τής προεγκαθιδρυμένης της σοφίας, χωρίς αρχηγούς, χωρίς ηγεμόνες και χωρίς δημιουργούς τελειότητας· όλ’ αυτά θα είναι μέσα της· κι έτσι, θα χειραφετηθεί από τήν εργασία, θα φτάσει στην ειρήνη, στην αιώνια ανάπαυση τής τεμπελιάς και θα μπει μες στην εικόνα τής Θεότητας. Έτσι δικαιολογείται ο θρύλος τού Θεού ως τελειότητα τής «Τεμπελιάς»…

   …τό παράδοξο είναι ότι οι άνθρωποι δεν σπεύδουν με μεγάλες δρασκελιές προς αυτήν τήν υπέρτατη (supreme) ανθρώπινη σκέψη, αλλά εμμένουν στην κατάρα και στην ζέση τους ν’ απομακρύνονται απ’ τήν τεμπελιά, να εμποδίζουν όλες της τίς εκδηλώσεις, να τίς εμποδίζουν, αν χρειαστεί, ακόμα και με τήν πείνα και τόν θάνατο. Τέτοιο είναι τό σύστημα τής πάλης εναντίον τής τεμπελιάς και συγχρόνως τό σύστημα αυτό χρησιμοποιεί όλα τά μέσα, που οδηγούν στην τεμπελιά. Βέβαια, η προσπέλαση σε οποιαδήποτε ευδαιμονία οφείλει να περιβάλλεται από πολυάριθμες απαγορεύσεις, που χωρίς αυτές η ευδαιμονία θα μπορούσε να μετατραπεί σε θάνατο, τό ίδιο πράγμα δε, συμβαίνει και με τήν τεμπελιά : είναι όνειρο και είναι θάνατος…

   …κάθε αλήθεια φέρει μέσα της τήν εργασία ως μέσον για να κατακτήσουμε τήν τεμπελιά· αυτό δεν τό καταλαβαίνουν καθαρά ούτε ο λαός ούτε τό κράτος, γι’ αυτό και κάθε εδραιωμένη αλήθεια επιδιώκει πάντοτε να καταστρέψει τήν καινούριαν αλήθεια. Αυτή, όμως, δύσκολα ξεριζώνεται, γιατί είναι δύσκολο να τσακώσουμε μια σταγόνα νερό μέσα σ’ ολόκληρη τήν θάλασσα. Αν η θάλασσα ολόκληρη ήταν αυτή η καινούρια ιδέα, ή αν ο λαός ανακάλυπτε τήν αλήθεια μεμιάς, θα ήταν απλό ν’ αποκαλύψει τήν ιδέα αυτήν και να τήν καταστρέψει. Αλλά αφού μια ιδέα είναι πάντοτε μια σταγόνα νερό, είναι δύσκολο, είναι αδύνατον να τήν τσακώσουμε. Όλη η ιστορία είναι μάρτυρας τού παράξενου αυτού φαινομένου, αλλά, ποιος ξέρει γιατί, οι κυβερνήσεις δεν τό επισημαίνουν ποτέ…

η μετάφραση είναι τού βασίλη τομανά, από τό βιβλίο «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου / σουπρεματισμός (με είκοσι έργα τού ζωγράφου)» © εκδόσεις νησίδες, 1997

   

 

   αν κάποιος ρώσος ενθουσιαζόταν ικανοποιημένα κι αυτάρεσκα με τό κείμενο τού μαλέβιτς, αυτός πιστεύω ότι θα ήταν σίγουρα ο ντοστογιέφσκυ
   ξέρω ότι θα ’βρισκε σ’ αυτό τό σχεδόν παραληρηματικό, αλλά και λογικότατο ταυτόχρονα, κείμενο τήν προσωπικότητα κάποιων δικών του επαναστατών, καταραμένων, δαιμονισμένων : όλη τή φιλοδοξία για φιλοσοφία και πάλι φιλοσοφία, τραβηγμένη ώς τά άκρα μιας αρχικής ιδέας
   όμως πιστεύω ότι ο μαλέβιτς (που, όπως έμαθα από τό βιβλίο, τή λέξη σουπρεματισμός τήν έφτιαξε από τή μητρική του γλώσσα τά πολωνικά (τό supreme επομένως, που δεν υπάρχει στα ρώσικα, έχει μια ευθαρσώς μεταφυσική χροιά ως αναφερόμενο σε κάτι, αορίστως αλλά και τόσο οριστικά, «υπέρτατο»)
) όταν γράφει τό δοκίμιό του, ιδέα δεν έχει πόσο ένα τέτοιο μπλέξιμο ρεαλισμού και μεταφυσικής στο οποίο με τόσο κέφι και καλλιτεχνική άνεση χοροπηδάει, θα τούς κόστιζε (όλων) πολύ ακριβά (ύστερα από τήν επέλαση τής άτεγκτης θεολογίας τού επερχόμενου πατερούλη) συνεπώς, σαφώς και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει
   λίγο αργότερα, στον βωμό τής σοσιαλιστικής εργασίας, που γι’ αυτόν δεν έχει άλλον σκοπό από τήν μεταγενέστερη (γενική) αργία, η «δουλειά» τού καλλιτέχνη θα ξανάμπαινε τελειωτικά στις κατακόμβες απ’ τίς οποίες μόλις είχε βγει στα χρόνια τής προεπαναστατικής κοσμογονίας
   από τήν άλλη, ο μαλέβιτς υποστηρίζει ειλικρινά τόν σοσιαλισμό τήν ώρα που ταυτόχρονα εξυμνεί τό «υπέρτατο» και τήν ιδέα ενός περίεργου θεού που ενυπάρχει στον ίδιον και στη τέχνη του
   δεν είναι λοιπόν η εργασία ένα μέσον μόνο για τήν τεμπελιά (καταπληκτική και η σύλληψη και η επεξεργασία αυτής τής ιδέας) αλλά και η τεμπελιά είναι εντέλει ένα μέσον : απόφαση και απόφανση ενός καλλιτέχνη καταδικασμένου να δουλεύει σκληρά, μόνο, και πάνω απ’ όλα, σαν καλλιτέχνης – στους πιο επικίνδυνους καιρούς για μια τέτοια «δουλειά» όπως αποδείχτηκε

 

  

.

   σημείωση α : σίγουρα μπορεί να προκαλέσει διασκεδαστικές συγκρίσεις, σκέψεις, και φιλοσοφίες επί φιλοσοφιών, η αντιπαραβολή τών δύο κειμένων για τήν τεμπελιά : αυτού εδώ και τού άλλου, τού γνωστότερου (και που ο μαλέβιτς μπορεί λογικότατα να τό είχε υπόψη του) που έγραψε στη φυλακή σχεδόν πενήντα χρόνια πιο πριν, τό 1883, ο γαμπρός τού μαρξ, ο πωλ λαφάργκ (και τό οποίο στα ελληνικά έχει εκδοθεί επίσης και από τίς «νησίδες») : και για να μην πάω πολύ μακριά σκέφτομαι μόνο βιαστικά αυτή τή στιγμή τούς τίτλους – ο τίτλος ενός (καλού) βιβλίου για μένα είναι η (μόνη) δυνατή του περίληψη – ο γάλλος λοιπόν τοποθετείται απ’ τήν αρχή (επιθετικά) στον χώρο τής κοινωνίας θεωρώντας τήν τεμπελιά «δικαίωμα» τήν ώρα που ο ρώσος μπαίνει σ’ ένα σχεδόν ακατανόητο (αλλά εξίσου επικίνδυνο) βάθος μιλώντας για τήν ίδια του τήν «αλήθεια ως ανθρώπου»
   και – ό,τι διακρίνει εντέλει τόν καλλιτέχνη από τόν παθιασμένο ακτιβιστή – και χαρίζει στη «μελέτη» αυτή περισσότερη ζωή απ’ ό,τι θα ’χε και η πιο παθιασμένη πολιτική μπροσούρα – είναι πιστεύω οι στιγμές που ο καλλιτέχνης ακριβώς ξεχνάει κάθε «λογική» και συμπεριφέρεται στη φιλοσοφία (και τή σκέψη του) ως εάν ήταν ζωγραφικός (του) πίνακας : συμπεριφέρεται δηλαδή στη «ζωή» ως εάν δεν υπήρχε η «πραγματικότητα», και ως εάν κάθε πλάσμα (και πράγμα) έχει εντέλει δικαιωματικά τίς ίδιες ανάγκες και τούς ίδιους πόνους που έχει τό (πλάσμα ή) πράγμα «άνθρωπος» : «στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά» : ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά.»

   σημείωση β : ο γιώργος κωστάκης, ο «μεγάλος Κωστάκης» όπως είναι έξω κυρίως γνωστός, ο συλλέκτης που με τήν επιμονή του, τό καλλιτεχνικό του αισθητήριο, αλλά και με τή γενναιότητά του, έσωσε τά έργα τής ρώσικης πρωτοπορίας από τήν εξαφάνιση, συλλέγοντας κι αγοράζοντάς τα από τούς ζωγράφους (τήν εποχή που οι ίδιοι όχι μόνο κρύβονταν αλλά και κατάστρεφαν (οι ίδιοι) πολλές φορές τά έργα τους τρομαγμένοι απ’ τό κυνηγητό ή καταπτοημένοι από τή γενική απαξίωση) είχε δώσει κάποιες συνεντεύξεις και στα ελληνικά (όπου μιλούσε και για τόν μαλέβιτς) αλλά δεν μπόρεσα να βρω καμιά – μάλλον η ελληνική τηλεόραση τίς έσβησε ως μειωμένου ενδιαφέροντος (εν πάση περιπτώσει ας πω εδώ σύντομα τά εξής : τή συλλογή του, κουτσουρεμένη, αγόρασε εντέλει τό ελληνικό κράτος μετά από πλήθος περιπετειώδεις μιζέριες, σήμερα δε βρίσκεται στη θεσσαλονίκη – από τήν άλλη, οι ανανήψαντες ρώσοι ανακαλύψαντες εντέλει κι αυτοί τόν εαυτό τους αξίωσαν να κρατήσουν (μεγάλο) αριθμό έργων ως φόρο (τό τμήμα αυτό τής συλλογής βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη τρετιακόφ)
   κάποια έργα επίσης τής συλλογής βρίσκονται και σε άλλες χώρες που αγόρασαν πριν αγοράσει η ελλάδα αλεπού ως γνωστόν στα παζάρια (η οποία είχε εκφράσει και τήν ελπίδα κάποτε ότι ο κωστάκης θα τής τά χάριζε…) Τόν θυμάμαι με τή γυναίκα του όταν είχαν μετακομίσει εδώ, κι είχαν αγοράσει ένα σπιτάκι κάπου προς τόν υμηττό αν θυμάμαι : κοιτούσαν, στη βεράντα τους γερμένοι, τόν όγκο τού απέναντι βουνού που σαν να τούς πλάκωνε καθώς όλη τους η στάση έδειχνε ανθρώπους που είχαν συνηθίσει κατά κανόνα να κοιτάνε μεγέθη στέπας)

   σημείωση γ : ας σημειώσω τέλος κάτι ακόμα : δεν ξέρω πόσο έχει γίνει συνείδηση, αλλά με τόν σουπρεματισμό του ο μαλέβιτς, και ιδιαίτερα με τό έξοχο «άσπρο πάνω σε άσπρο», προβλέπει και προεξοφλεί από τή μια τό «τέλος» τής πρωτοπορίας κι από τήν άλλη τόν επιπλέον χρόνο που η πρωτοπορία αυτή θα κερδίσει στην αμερική μ’ έναν ζωγράφο τού «αφηρημένου εξπρεσιονισμού» πια ( : τά ονόματα, αν έχουν καμιά σημασία, διαρκώς αλλάζουνε) που πολύ θαυμάζω και ο οποίος δούλεψε για χρόνια πάνω σ’ αυτό τό «τέλος» πριν επεξεργαστεί τό δικό του προσωπικό τέλος και αυτοκτονήσει τό 1970, τόν μάρκ ρόθκο : η απόλυτη «σιωπή» τής βαθειά επεξεργασμένης «μονοχρωμίας» αυτού τού (άλλου) ρώσου που έζησε και πέθανε αλλού, φέρνει στ’ αυτιά μας μια περιπετειώδη σιωπή τής σύγχρονης τέχνης πάντως που τήν ακούμε ακόμα

 

 

μεταφορά τής έκθεσης από τή μονή λαζαριστών τής θεσσαλονίκης στο μουσείο κυκλαδικής τέχνης στην αθήνα (2008)

 

 

«l’ avant–garde russe» : η «συλλογή κωστάκη» στο παρίσι

 

 

«part of a larger documentary film about architecture and russian avant–garde art»

 

 

τό τρέϊλερ ενός ιταλικού φιλμ «για τόν επαναστάτη μαλέβιτς»

 

 

ο ποιητής τής παρέας : για τόν μαγιακόφσκυ

 

 

ο μαγιακόφσκυ σκηνοθετεί και παίζει (1918)

 

 

σύνδεσμοι : 

wiki για τόν μαλέβιτς (αγγλικά)
ρωσική σελίδα για τά κυριότερα πρόσωπα τής ρωσικής πρωτοπορίας
qwiki πινακοθήκη με σύντομα βιογραφικά για τή ρώσικη πρωτοπορία
wiki (αγγλικά) για τόν συλλέκτη γιώργο κωστάκη
wiki (
ελληνικά) για τόν γιώργο κωστάκη
για τή συλλογή κωστάκη στη θεσσαλονίκη
συνέντευξη τής μαρίας τσαντσάνογλου (διευθύντριας τού κρατικού μουσείου σύγχρονης τέχνης) για τή συλλογή κωστάκη
τά βιβλία (και τά δύο «περί τεμπελιάς», και τού μαλέβιτς και τού πωλ λαφάργκ) τά έχουν εκδόσει οι «νησίδες», εδώ ο κατάλογος
wiki για τόν paul lafargue
τό «δικαίωμα στην τεμπελιά» τού πωλ λαφάργκ διαβάζεται στα αγγλικά
  εδώ ή εδώ

 

 

  

 

 

 

 

 

        

             

                 

                                        

      

           

 

 

 

 

         

Απριλίου 7, 2011

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : διανοούμενοι είστε και φαίνεστε

  

       

  

   τό σημερινό από τά κείμενα άλλων που παραθέτω είναι παλιότερο – όμως μολονότι άλλα επίσης αφορούσε τότε που γράφτηκε, μού φαίνεται ότι στον πυρήνα του αφορά μονίμως μια σταθερή και ιθαγενή νοοτροπία που θα μπορούσε να περιγραφτεί επίσης μέσα από τή ρήση τού μαρξ για τόν άνθρωπο ως αστό – ότι δηλαδή «ο άνθρωπος αυτός είναι μια ζωντανή αντίφαση»… ξέρω, είναι βαρετό να επαναλαμβάνουμε τά γνωστά, αλλά τό πρόβλημα ανακυκλώνεται μονίμως, και μονίμως έτσι (κάποιους (λίγους)) προκαλεί : γιατί αυτός που ζει (και ανασαίνει) μέσω τής τσέπης του η οποία έχει αναχθεί στον πυρήνα τής συνείδησής του, και η οποία έχει υποκαταστήσει με τόν τρόπο αυτό και τό (αν υπήρξε ποτέ) πρόσωπό του, είναι ο ίδιος που θα σπρώξει τούς απογόνους του να σπουδάσουν γιατροί ή δικηγόροι και μετά να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά για να σπουδάσουν κι αυτά κάτι κερδοφόρο αντίστοιχο
   και είναι αυτός που ενώ θα κοροϊδεύει μονίμως τόν γρουσούζη γείτονα που έχει τή λόξα να γράφει ποιήματα και τήν παλαβή γειτόνισσα που έχει τήν εξίσου ακατανόητη λόξα να μπογιατίζει τελάρα, θα διαθέτει, επίσης μονίμως, τήν ψυχολογική άνεση να πετάει τήν κορώνα όπου και όταν (τού) χρειαστεί, περί «τών φώτων τού πολιτισμού» που εκπορεύτηκαν από κάποιους παλιότερους εδώ, οι οποίοι είχαν ακριβώς τή λόξα να γράφουν ποιήματα και να μπογιατίζουν τοίχους – : όπως είναι ο ίδιος που θα διακηρύξει, όπου δει, με αυταρέσκεια ότι δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο τόν χρόνο (ή διαβάζει (θα μάς κάνει και τή χάρη) ένα) ( : πράγμα βέβαια χειρότερο καθώς αυτό τόν ανεβάζει αυτομάτως κι ένα σκαλί παραπάνω στο πάνθεο τής συλλογικής ενότητας τών ηλιθίων διαβασμένων)
   κι ακόμα είν’ ο ίδιος που θα περιμένει απ’ τούς «διανοούμενους» κάθε φορά να είναι ό,τι αυτός εκλαμβάνει ως διανόηση μέσω τού ανέντυπου γυαλιού ή τών έντυπων εφημερίδων που παρακολουθεί – και δεν τού έκανε ποτέ παράσιτα η υποψία καν ότι αν υπάρχει αυτού τού είδους τό ζώο, σήμερα είναι (όπως και ήταν πάντοτε) χωμένο στο σπίτι του με τή γρουσούζικη μονήρη ακατανόητη και άκερδη μονομανία τού συγγραφέα τού ζωγράφου ή τού μουσικού που δεν έχει εκδότη μάνατζερ ατζέντη και γκαλερίστα – καθώς κι αυτοί (εκδότες μάνατζερ και γκαλερίστες) υπάγονται στην ίδια  κατηγορία μ’ αυτόν, και τό πρόσωπό τους έχει γίνει κι εκείνων η τσέπη τους
   περίεργο ζώο όντως ο αστός μας : «ξέρει» ότι ο κόσμος αποτελείται μόνο από αυτόν και τούς ομοίους του – κι όμως, πόσο εύκολα πιστεύει ότι και οι ανόμοιοι μπορούν επίσης να επιζήσουν στον κόσμο του : φτάνει να βγάζουν τόν σκασμό και να μιλάνε μόνο όταν θα τούς χρειαστεί ο ίδιος
   τελικά έχει και κάτι τό ορθώς και θεμελιωδώς μεταφυσικό η σκέψη τού αστού μας…

 

 

 

   τό παρακάτω κείμενο τού γεράσιμου λυκιαρδόπουλου γράφτηκε τό 2002 και βρίσκεται στο βιβλίο του «ο Κάντιος και τά Βαλκάνια» :

   Πάνε κι έρχονται τά λύματα τής «πληροφόρησης» κατά τούς ανέμους τών προγραμμάτων και κατά τίς ανάγκες τών προγραμματιστών. Όσο για τίς πραγματικές ανάγκες, σκάβουν αλλού τά λαγούμια τους μεταθέτοντας τίς εκρήξεις τους στο μέλλον. Άλλοι θα πληρώσουν τίς φανφάρες τής εθνικής οπερέτας, άλλες κλάσεις θα κληθούν να αιμοδοτήσουν αυτά τά υπό μεγέθυνση μικρόβια οράματα.

   Πάνε κι έρχονται τά λύματα. Η αμηχανία τών πωλητών «ειδήσεων» ανακυκλώνει τά «γεγονότα» και τά «θέματα» στην αγορά, ανακατεύει απ’ τήν αρχή τά χαρτιά τής τράπουλας σε μια προσπάθεια να ξαναζωντανέψει τό παιχνίδι – αλλά τά ψάρια είναι λιγότερα απ’ τά δολώματα στα κανάλια. Ο ανταγωνισμός εξαγριώνει τούς ψαράδες και τούς μετατρέπει σε κυνηγούς κεφαλών. Τό παιχνίδι χοντραίνει σε πόλεμο κι ο πόλεμος σε θέαμα. Σκανδαλοτρόφοι και σκανδαλοθρεμμένοι ανατέλλουν κάθε βράδυ στα «παράθυρα» τής ενημέρωσής μας απ’ όπου ωρύεται κερδαλέος και ξετσίπωτος ο λόγος τού Τίποτα. Και μέσ’ απ’ αυτόν τόν παρδαλό ορυμαγδό εκτοξεύεται και τό εμβριθές ερώτημα : «Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;»

   Τό ερώτημα, έτσι όπως τίθεται συνήθως, δεν είναι απλώς κούφιο, υποκριτικό, λαϊκιστικό και εισαγγελικό. Είναι προπάντων ψεύτικο, αφού δεν είναι δα και λίγοι οι διανοούμενοι που παίζουν τό παιχνίδι τού δημοκρατικού διαλόγου με τούς ενημερωτές τού λαού – οπότε θα μπορούσε ίσως κανείς να πει στους ερωτώντες : «Μή φτύνετε κόντρα στον άνεμο! Γιατί εσείς είστε οι διανοούμενοι».

© 2002 γεράσιμος λυκιαρδόπουλος «ο κάντιος και τά βαλκάνια / ασκήσεις λογικής» εκδόσεις ύψιλον/βραχέα

  

 

 

 

Μαρτίου 24, 2011

walter benjamin για τό χασίς

 

        

 

δεν είναι επετειακό τό κείμενο, σήμερα τέλειωσε και σήμερα ανεβαίνει
όποιος θέλει κακόμοιρα αφιερώματα στην κακόμοιρη οδύσσεια τών άλλων ελληνικών ας πάει στο περσινό

 

   η σχέση τών μελών τής κριτικής θεωρίας μεταξύ τους θα αποτελούσε από μόνη της θαυμάσιο και ογκώδες μυθιστόρημα : και η σχέση τού μπένγιαμιν με τούς υπόλοιπους τής παρέας, άλλο ένα : η σχέση ανάμεσά τους είναι με τόν πιο χαρακτηριστικό τρόπο διαλεκτική, πλήρως και παραδειγματικά : και σχεδόν μπορεί να εικονιστεί όχι ως διαφορετικές πλευρές νομίσματος (μια μεταφορά τής οποίας τήν σχέση με τή διαλεκτική αρνήθηκε εξαρχής και εγκαίρως ο χέγκελ) αλλά ως σφαίρα, ως διαστημικό σώμα σχεδόν, όπου ο χώρος ο χρόνος και η διάσταση τού έρωτα υπάρχουν εξίσου σε κάθε της σημείο όσο και στην άϋλη περιβάλλουσα αύρα της – σφαιρική ίσως κι αυτή επίσης – με τήν προϋπόθεση ότι η σφαίρα ως σχήμα δεν είναι παρά μια αμήχανη εικονοποιΐα σύμπαντος

   αν είναι λοιπόν απολύτως ξεκάθαρο ότι ούτε η «σχολή τής φραγκφούρτης» δεν επρόκειτο να υπάρξει ως σχολή, ούτε η κριτική θεωρία θα είχε καν αυτό τό όνομα, χωρίς τόν χορκχάϊμερ, άλλο τόσο είναι σίγουρο – και ο ίδιος ο χορκχάϊμερ θα ήταν ο πρώτος που θα τό δεχόταν ευμενώς – ότι και η σχολή και η θεωρία δεν θα μπορούσαν να σταθούν αν ήταν ολομόναχος : ο χορκχάϊμερ υπάρχει εξίσου μέσα από τήν επίδραση που άσκησε στον αντόρνο, ο αντόρνο εξίσου μέσα από τά όσα πρόσθεσε στον χορκχάϊμερ, ο μαρκούζε εξίσου μέσα από όσα (ύστερα από τήν εμπειρία (του) τής επανάστασηςκαι) μέσω τής ασυμβίβαστα πολύπλοκης ιδιοσυγκρασίας του πρόσθεσε στον εαυτό του και στους άλλους : είναι όμως πραγματικά πολύ δύσκολο να σκεφτούμε τόν αντόρνο ειδικά χωρίς τόν μπένγιαμιν –

   φανατικοί τής «απελευθέρωσης από τήν κυριαρχία» – πιστεύω τόν μόνο φανατισμό που επέτρεψαν στον εαυτό τους – τά μέλη τής σχολής τής φραγκφούρτης προστατεύοντας σταθερά τήν προσωπική τους ζωή από τά μάτια τού «κοινού τους» πραγματοποιούσαν στο επίπεδο τής ιδιωτικότητας τήν ίδια απέχθεια προς τή μαζική κουλτούρα και τίς εύκολες λύσεις που αποδείκνυαν έμπρακτα στον χώρο τής θεωρίας όταν αρνούνταν να γίνουν εύκολα κατανοητοί. Εκείνος που εξέδωσε τά περισσότερο «προσωπικά» εν πάση περιπτώσει γραφτά όσο ζούσε ήταν ο αντόρνο, κι ήταν ακριβώς αυτός που είχε τήν στενότερη διανοητική επαφή με τόν μπένγιαμιν, ο οποίος μολονότι ανεχώρησε νωρίτατα αυτοκτονώντας στα πυρηναία ήταν εκείνος που είχε προλάβει να γράψει και να εκδόσει ανενδοίαστα, σχεδόν καθαρή, λογοτεχνία. Στην πραγματικότητα μπορεί να πει κανείς ότι όσο ο μπένγιαμιν οφείλει τήν αποφασιστική αποκάλυψη τού μαρξισμού για τή ζωή του σε μια γυναίκα, τιθασσεύοντας έτσι τίς μεταφυσικές του αλματώδεις διαθέσεις, άλλο τόσο ο αντόρνο βρήκε σ’ αυτή τήν ακομπλεξάριστη διπλή υπόσταση τού μπένγιαμιν τόν δρόμο που θα τόν έκανε να αποδεχτεί χωρίς ενοχές τήν (παιδιόθεν) ροπή του προς τήν τέχνη, ύστερα από τήν καταιγιστική εμπειρία τού απελευθερωμένου κριτικού μαρξισμού τόν οποίο απέπνεε, σχεδόν μονόχνωτα, ο χορκχάϊμερ

   τώρα πια έχουμε, μετά τόν εορτασμό τό 2004 στη γερμανία (κυρίως βέβαια) τών 100 χρόνων απ’ τή γέννησή του, όπου εκδόθηκαν άφθονα βιβλία σχετικά με τόν adorno (είτε περί αυτού είτε δικά του), ένα γοητευτικό του κείμενο για τά παιδικά του χρόνια (τίς καλοκαιρινές οικογενειακές διακοπές στο amorbach / Kindheit in Amorbach) που αν δεν μεταφραστεί σύντομα ίσως μεταφράσω εγώ για εδώ κάποια κομμάτια του, σήμερα όμως έχω στα χέρια μου ήδη μεταφρασμένο ένα άλλο γοητευτικό κείμενο – τού μπένγιαμιν αυτό – απ’ τό οποίο μπορώ να παραθέσω αποσπάσματα : πειράματα κυρίως με τό χασίς αλλά και άλλα. Έχει γίνει η σκέψη ότι τέτοιες εμπειρίες είχαν όλοι τους κάποια στιγμή (ή κατά περιόδους), ο μπένγιαμιν όμως όπως φαίνεται ασχολήθηκε σχολαστικά : τίς μελέτησε και τίς κατέγραψε

   πρόκειται για ένα βιβλίο συντριπτικής ειλικρίνειας και συχνά συντριβής : ένα μυαλό που μελετάει τά όριά του με προυστική λεπτολογία και παράλληλα με συχνά σχεδόν αγγλοσαξονικό κέφι

   για τίς υπόλοιπες πληροφορίες σάς παραπέμπω στο ίδιο τό βιβλίο : κυκλοφόρησε πριν δυο μήνες από τίς εκδόσεις «πλέθρον / μαρτυρίες» 
   η μετάφραση είναι τού θεόδωρου λουπασάκη
 

 

   οι άνθρωποι που τώρα μόλις – ή μήπως ήταν πριν δυο ώρες; – μέ είχαν παρασύρει ολόκληρο στη μαγεία τους ήταν σαν να είχαν σβηστεί με σφουγγάρι. «Από αιώνα σε αιώνα τά πράγματα γίνονται όλο και πιο ξένα», σκέφτηκα

   άρχιζε τώρα και τό παιχνίδι που θα βαστούσε για πολύ, αυτό τού να εμφανίζεται με κάθε καινούργιο πρόσωπο μπροστά μου ένας γνωστός μου· συχνά γνώριζα τ’ όνομά του, συχνά πάλι όχι· η αυταπάτη εξαφανιζόταν όπως εξαφανίζονται οι αυταπάτες στα όνειρα, δηλαδή όχι ντροπαλά και συμβιβαστικά αλλά φιλικά και χαρμόσυνα

   κοίταξα τόν κατάλογο, τί άλλα είχε κοντά σ’ αυτό τό πιάτο, σκόπευα να τά παραγγέλνω τό ένα μετά τό άλλο, έπειτα έπεφτε τό μάτι μου σ’ αυτό που βρισκόταν παραπάνω, και παραπάνω, μέχρι που ο κατάλογος τέλειωσε. Κι αυτό όχι μόνο από βουλιμία αλλά κι από μια έκδηλη ευγένεια για τά φαγητά που δεν ήθελα να τά προσβάλω αποκρούοντάς τα

   προχωρούμε, ανακαλύπτουμε όμως προχωρώντας όχι μόνο τούς δαίδαλους τού λαβύρινθου όπου νικήσαμε τόν εαυτό μας αλλά δοκιμάζουμε αυτή τήν ευτυχία τής ανακάλυψης κυρίως στο φόντο εκείνης τής άλλης ρυθμικής μακαριότητας που συνίσταται στο ξετύλιγμα ενός κουβαριού. Μια τέτοια σιγουριά για τό έντεχνα τυλιγμένο κουβάρι που ξετυλίγουμε – μήπως αυτό δεν είναι η ευτυχία κάθε παραγωγικότητας, τουλάχιστον τής πεζογραφικής; Και υπό τήν επήρεια τού χασίς είμαστε δοσμένοι στην απόλαυση, όντα τής πεζογραφίας στο αποκορύφωμα τής δύναμής τους

   δεν υπήρχαν όμως μόνο γνωστοί. Εδώ, στη φάση όπου είχα βυθιστεί βαθιά στο μεθύσι, γλίστρησαν μπροστά μου δύο φιγούρες – μικροαστοί, αλήτες, πού να ξέρω – «ο Δάντης κι ο Πετράρχης»

   οι ντόπιοι εκεί σα να μη μού μιλούσαν ξαφνικά αρκετά καλά γαλλικά. Είχαν μείνει στο επίπεδο διαλέκτου. Τό φαινόμενο τής αλλοτρίωσης που ίσως υπήρχε εδώ και που ο Κράους διατύπωσε όμορφα λέγοντας : «Όσο πιο κοντά κοιτάς μια λέξη, τόσο πιο μακρινή σού φαίνεται», μοιάζει να εκτείνεται και σε οπτικό επίπεδο. Όπως και να ’χει, ανάμεσα στις παρατηρήσεις μου βρίσκω τήν εκπληκτική σημείωση : «Πώς αντέχουν τά πράγματα στα βλέμματα;»

   κοιτάζοντας τά κρόσσια που κυματίζαν στον άνεμο δοκίμασα μια τέτοια ερωτική ευτυχία που πείστηκα ότι τό χασίς έκανε τή δουλειά του. Και όταν θυμάμαι αυτή τήν κατάσταση, θέλω να πιστεύω ότι τό χασίς ξέρει να πείθει τή φύση να μάς επιτρέπει τό σκόρπισμα τής ίδιας μας τής ύπαρξης – αυτό τό οποίο γνωρίζει ο έρωτας αλλά λιγότερο εγωιστικά απ’ αυτόν
   όπως δηλαδή τόν καιρό που αγαπάμε η ύπαρξή μας γλιστράει από τή φύση έτσι όπως γλιστράνε τά χρυσά νομίσματα από τά δάχτυλα που δεν μπορούν πια να τά κρατήσουν και τ’ αφήνουν να τούς πέσουν, για ν’ αγοράσουν με τόν τρόπο αυτόν κάτι καινούργιο : έτσι ακριβώς μάς ρίχνει τώρα εμάς μέσα στην ύπαρξη με τά χέρια της ορθάνοιχτα – χωρίς να μπορεί να ελπίζει τίποτα, ούτε να περιμένει

…………………………………………..

   ποιητικές προφάνειες σε φθογγολογικό επίπεδο : κάποια στιγμή διατυπώνω τόν ισχυρισμό ότι απαντώντας σε μια ερώτηση θα είχα ακριβώς χρησιμοποιήσει τή φράση μεγάλη διάρκεια μόνο αν θα είχα (για να τό πω έτσι) τήν αντίληψη μεγάλης διάρκειας στους φθόγγους και τών δύο λέξεων. Έχω τήν αίσθηση ότι αυτό είναι ποιητική προφάνεια
   αλληλουχία· διάκριση : με τό γέλιο έχεις τήν αίσθηση ότι φυτρώνουν στους ώμους φτερά. Γέλιο και φτερούγισμα συγγενικά … Είναι σαν να χορεύει ο νους στις μύτες τών ποδιών
   σού προκαλεί κατάπληξη πόσο μακροπερίοδος είναι ο λόγος σου. Και τούτο, μαζί με οριζόντια έκταση και (βέβαια) με γέλια

   ο θερμοθάλαμος τής σόμπας γίνεται γάτα

   με δυσφορία και βαρυθυμία παρακολουθώ τίς σκέψεις τών άλλων

   μού φάνηκε όσο δεν λέγεται αφόρητο να κουβεντιάζω για πράγματα πρακτικά, τό μέλλον, τά δεδομένα, τήν πολιτική. Είσαι δέσμιος τής διανοητικής σφαίρας, όπως καθηλώνονται κάποτε αυτοί που έχουν έμμονη ιδέα με τή σεξουαλική : η διανοητική σφαίρα σέ απομυζά

   δυσπιστία απέναντι στο φαγητό

   μια ορισμένη και πολύ τονισμένη συναισθηματική πτώση είναι ότι διαπιστώνεις σε πολλές περιπτώσεις : «δεν είναι δυνατόν να έχεις στα σοβαρά αυτή τήν εμφάνιση»

……………………………………………… 

   αρχίζεις γενικά να παίζεις με χώρους. Η αίσθηση τού προσανατολισμού παραπλανάται

   ο χώρος μεταμφιέζεται μπροστά μας, βάζει πάνω του, σαν να ’ναι ένα κατσαρό πράγμα, τίς φορεσιές τών ψυχικών διαθέσεων

   τά πράγματα είναι μόνο μαριονέτες

   δεν θέλεις να ξεκόψεις απ’ αυτή τήν κόλαση

   η ελπίδα ως προσκεφάλι σου τώρα μόνο αρχίζει να λειτουργεί
   η πρώτη μέθη μού γνώρισε τήν αστάθεια τής αμφιβολίας· η αμφιβολία βρισκόταν, ως δημιουργική απουσία διαφοράς, σ’ εμένα τόν ίδιο. Τό δεύτερο όμως πείραμα έκανε τά πράγματα να μοιάζουν αμφίβολα
   εγχείρηση στα δόντια. Αξιοπρόσεκτη μετάθεση μνήμης. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ να ελευθερωθώ από τήν ιδέα ότι τό σημείο τής εγχείρησης βρισκόταν αριστερά 

   η εγγύτητα τού θανάτου διατυπώθηκε για μένα χθες στην πρόταση : Ο θάνατος βρίσκεται ανάμεσα σ’ εμένα και στη μέθη μου
   η εικόνα τής δέσμευσης στον εαυτό μου : κάποια πνευματικά πράγματα «γίνονται από μόνα τους λέξεις», όπως κατά τά άλλα κάνουν, ας πούμε, κάποιοι έντονοι πονόδοντοι κ.λπ. Όλα τά αισθήματα, και προπαντός τά πνευματικά, έχουν μια ακόμη πιο έντονη κλίση και παρασύρουν στο κρεβάτι τους τά λόγια

   ο Μπλοχ ήθελε να αγγίξει τό γόνατό μου. Τό άγγιγμα τό αισθάνομαι ήδη προτού γίνει, τό νιώθω ως εξαιρετικά δυσάρεστη προσβολή τής αύρας μου. Για να τό καταλάβει κανείς αυτό πρέπει να συνυπολογίσει ότι όλες οι κινήσεις μοιάζουν να αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και να είναι περισσότερο σχεδιασμένες, και ότι ήδη ως τέτοιες τίς αντιλαμβάνεται κανείς με δυσαρέσκεια
   επίπτωση : ίσως μια κάποια εξασθένηση τής βούλησης. Τό ψυχαναγκαστικό όμως αίσθημα παίρνει τό πάνω χέρι όταν σβήνει η επίδραση. Έχει άραγε να κάνει με τό χασίς, τό γεγονός ότι τήν τελευταία φορά (παρά τή συνηθισμένη κατάθλιψη) η γραφή μου κινούνταν ανοδικά, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχα ξαναδεί να γίνεται;

   ο συμπότης δεν έχει καλά–καλά ανοίξει τό στόμα του και η απογοήτευσή μας δεν έχει όρια. Τά λόγια του ούτε καν συγκρίνονται με ό,τι θα τού εμπιστευόμασταν με τόση προθυμία χίλιες φορές αν είχε κρατήσει τό στόμα του κλειστό. Μάς απογοητεύει επώδυνα με τό να ξεγλιστράει απ’ ό,τι μεγαλύτερο υπάρχει για να ελκύσει όλα τά μάτια στον κόσμο : από εμάς τούς ίδιους
   όσον αφορά όμως εμάς, όταν εμείς οι ίδιοι ξεγλιστράμε και πηδάμε από τό αντικείμενο τής συζήτησης, τό αίσθημα που αντιστοιχεί στη ρήξη τής επαφής, επί φυσικού επιπέδου, έχει κάπως τήν εξής όψη : αυτό για τό οποίο ακριβώς σκοπεύουμε να μιλήσουμε, αυτό και μάς βάζει συνεχώς σε πειρασμό· ό,τι η πρόθεσή μας φαντάζεται, σ’ αυτό ανοίγουμε ερωτικά τά χέρια. Όμως, δεν τό ’χουμε καλά–καλά αγγίξει και μάς απογοητεύει σωματικά. Τό αντικείμενο τής προσοχής μας μαραίνεται έξαφνα με τό άγγιγμα τής γλώσσας

   κάποιος έβαλε στο χέρι μου, κατά τη σατανική φάση, ένα βιβλίο τού Κάφκα : Παρατήρηση. Διάβασα τόν τίτλο. Τότε, όμως, αμέσως αυτό τό βιβλίο έγινε για μένα ό,τι γίνεται ένα βιβλίο που κρατά ένας ποιητής για τόν πιθανόν ελαφρώς ακαδημαϊκό γλύπτη που έχει αναλάβει να φτιάξει τόν αδριάντα αυτού τού ποιητή. Εντάχθηκε αμέσως στην πλαστική δομή τού προσώπου μου, και έτσι μού υποτάχθηκε κατά τρόπο κτηνώδη και απόλυτο, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να τό κάνει η πιο δυσμενής κριτική
   τά πράγματα όμως εξελίσσονταν και διαφορετικά : σα να μέ κυνηγούσε δηλαδή τό πνεύμα τού Κάφκα και τή στιγμή που μέ άγγιζε να γινόμουν πέτρα, όπως η Δάφνη που τό άγγιγμα τού Απόλλωνα τή μεταμόρφωσε σε δέντρο

…………………………………………..

   σε σχέση με τό προηγούμενο, τό σημερινό μεθύσι αντιδρά όπως ο Καλβίνος απέναντι στον Σαίξπηρ. Είναι ένα μεθύσι καλβινιστών

   εξατμίζομαι από τή γη. Βαθμίδα ενδιάμεση. Ακτίνες νηφαλιότητας

   χθόνιος. Μάς είδα να περνάμε κάτω από μία σκάλα για να πάρουμε, κατά κάποιον τρόπο, τή θέση μας κάτω από τή γη

   έντονο αίσθημα συνέχειας, που μέ κάνει εξαιρετικά ευτυχή : αυτές οι ακτές εκεί κάτω με τόν Άρνο να τίς διαρρέει. Είναι τό ίδιο νερό, μόνο που εδώ λέγεται Σπρέε

…………………………………………..

   γίνεσαι τόσο ευαίσθητος : φοβάσαι μην τυχόν σού κάνει κακό μια σκιά που πέφτει στο χαρτί. Η ναυτία εξαφανίζεται. Διαβάζεις τίς γραμμένες φράσεις στα ουρητήρια. Δεν θα μού έκανε εντύπωση αν κάποιος απ’ όλους αυτούς μέ πλησίαζε. Μια όμως που δεν τό  κάνουν, δεν μ’ ενοχλεί καθόλου. Έχει όμως πολύ θόρυβο για μένα εκεί

…………………………………………….

   ακόμη περισσότερο μπορούμε λοιπόν να τονίσουμε αυτό που τόσο στις δηλώσεις τής Γκ. όσο και στη μνήμη μου έχει μείνει ως πυρήνας αυτού τού πειράματος. Πρόκειται για τά όσα ανέφερα σε σχέση με τήν ουσία τής αύρας. Όλα όσα είπα είχαν μια πολεμική αιχμή κατά τών θεοσοφιστών, η απειρία και η ασοφία τών οποίων μού ήταν στο έπακρο απωθητικές, και αντιδιέστειλα από τρεις απόψεις – μολονότι βέβαια όχι σχηματικά – τή γνήσια αύρα προς τίς συμβατικές τετριμμένες αντιλήψεις τών θεοσοφιστών. Πρώτον, η αύρα εμφανίζεται σε όλα τά πράγματα. Όχι σε ορισμένα μόνο, όπως φαντάζονται οι άνθρωποι. Δεύτερον, η αύρα αλλάζει εξ ολοκλήρου και εκ βάθρων με τήν κάθε κίνηση που κάνει τό πράγμα τό οποίο περιβάλλει. Τρίτον : με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι η γνήσια αύρα είναι αυτή η τόσο ωραία πνευματιστική ακτινοβόλος μαγεία που φαντάζονται και περιγράφουν τά χυδαία μυστικιστικά βιβλία. Τό χαρακτηριστικό τής γνήσιας αύρας είναι μάλλον τό κόσμημα, ένας κύκλος σαν μενταγιόν που μέσα του βρίσκεται χυμένο τό πράγμα ή τό ον, σαν να βρίσκεται μέσα σε θήκη. Ίσως τίποτα δεν δίνει μια τόσο σωστή ιδέα για τή γνήσια αύρα όσο οι πίνακες τού ύστερου Βαν Γκογκ, όπου σε όλα τά πράγματα – αυτή τήν περιγραφή θα μπορούσες να κάνεις για τούς πίνακες – η αύρα έχει ζωγραφιστεί μαζί τους

   ακόμη πιο αξιοπρόσεχτο είναι, ίσως, ένα κατοπινό φαινόμενο που αναδύθηκε μπροστά μου ακούγοντας τή φωνή τής Γκ. Ήταν η ώρα που είχε πάρει μορφίνη κι εγώ, χωρίς να ξέρω τό παραμικρό για τή δράση αυτού τού ναρκωτικού, εκτός ίσως από τά βιβλία, τής περιέγραψα διεξοδικά και όπως έπρεπε τήν κατάστασή της στηριζόμενος – σύμφωνα με τά όσα ισχυριζόμουν – στον έντονο τόνο τής φωνής της. Κατά τά άλλα, αυτή η στροφή – η παρέκκλιση τού Ε. [egon wissing] και τής Γκ. [gert wissing] στη μορφίνη – ήταν για μένα, κατά μία έννοια, τό τέλος τού πειράματος, όπως και να ’χει όμως και μια αποκορύφωσή του. Τό τέλος, επειδή με τήν τεράστια ευαισθησία που προκαλεί τό χασίς κάθε έλλειψη κατανόησης απειλεί να φέρει τήν οδύνη. Όπως πράγματι υπέφερα εγώ που «οι δρόμοι μας θα είχαν χωρίσει». Αυτή ήταν, δηλαδή, η διατύπωσή μου

   δυο λόγια για τά χαρακτηριστικά τής ζώνης τών εικόνων. Ένα παράδειγμα : όταν μιλάμε σε κάποιον κι εκείνη τήν ώρα τόν βλέπουμε να καπνίζει ένα τσιγάρο, να περιφέρεται στο δωμάτιο κ.λπ., δεν απορούμε που, παρ’ όλη τήν προσπάθεια που καταβάλλουμε μιλώντας του, έχουμε ακόμη τήν ικανότητα να παρακολουθούμε τίς κινήσεις του. Όμως, εντελώς διαφορετικά θα είχε τό πράγμα αν οι εικόνες που σχηματίζονται μπροστά μας τήν ώρα που μιλάμε σε έναν τρίτο προέρχονταν από εμάς τούς ίδιους. Αυτό φυσικά αποκλείεται κατά τήν τρέχουσα συνειδησιακή κατάσταση. Αντίθετα, τέτοιες εικόνες προκύπτουν υποθετικά ή και διαρκώς, παραμένουν όμως τότε ασυνείδητες. Τά πράγματα όμως είναι διαφορετικά στη μέθη τού χασίς. Μπορεί τότε, όπως ακριβώς απέδειξε αυτό τό βράδυ, να υπάρξει μια θυελλώδης παραγωγή εικόνας, ανεξάρτητα από κάθε άλλη σταθεροποίηση και κάθε άλλον προσανατολισμό τής παρατηρητικότητάς μας. Ενώ οι εικόνες που αναδύονται ελεύθερα, και τίς οποίες με κανέναν τρόπο δεν προσέχουμε, μένουν συνήθως ασυνείδητες, υπό τήν επήρεια τού χασίς οι εικόνες προφανώς δεν χρειάζονται ούτε τό ελάχιστο τής προσοχής μας για να παρουσιαστούν μπροστά μας. Μπορεί πάντως η παραγωγή εικόνων να φέρει στο φως πράγματα τόσο έκτακτα και με τέτοια ταχύτητα ώστε, καθαρά λόγω τής ομορφιάς και τής αλλόκοτης υφής αυτών τών εικόνων, να μην μπορούμε να κάνουμε άλλο από τό να τίς παρατηρούμε
   κάθε λέξη που άκουγα από τόν Ε. – όπως τή διατυπώνω τώρα με μια κάποια ετοιμότητα που έχω να αναπαράγω διατυπώσεις τού ίδιου τού χασίς σε κατάσταση διαύγειας – μέ έστελνε λοιπόν σ’ ένα μακρύ ταξίδι. Για τίς ίδιες τίς εικόνες λίγα πια μπορώ να πω. Ήταν τέτοια η τεράστια ταχύτητα με τήν οποία εμφανίζονταν, σε μικρά πάντως, σχετικά, μεγέθη, και εξαφανίζονταν … τείχη, για παράδειγμα, ή θόλοι ή κάποια φυτά

   ένα ανήκουστο κύμα γέλιου ξέσπασε ανάμεσα στους άλλους, όταν μίλησα για τήν «παρακμή τής ζαχαροπλαστικής τέχνης»

…………………………………………..

   κατάθλιψη από τό χασίς, που πάει βαθιά χωρίς να βρίσκει πάτο. Αισθάνομαι σφόδρα ερωτευμένος με τήν Γκ. Παρατημένος έξω από κάθε μέτρο στην πολυθρόνα μου· υποφέρω που είναι μόνη της με τόν Ε. Κι όμως, κατά περίεργο τρόπο τή ζήλευε, απειλούσε συνεχώς ότι θα πηδήσει απ’ τό παράθυρο αν τόν εγκαταλείψει. Δεν τόν άφησε όμως. Σίγουρα υπάρχουν ήδη οι στέρεες βάσεις τής θλίψης μου

   η λύπη μου είναι τέτοια που πρέπει, για να μπορώ να ζω, να αρέσω συνεχώς

   ανεμόμυλοι που γονατίζουν από ένα παιδικό βιβλίο

   οι εικόνες θέλουν μόνο να ρέουν, δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα

   η ανάμνηση είναι ένα λουτρό

   ειπώθηκε τότε : «Τό να καρφώνεις σχέδια στον άνεμο είναι μία αθλητικώς σωστή εκδήλωση»

   αργότερα : «Θα ’θελα να γράψω κάτι που να βγαίνει απ’ τά πράγματα, όπως τό κρασί απ’ τά σταφύλια»

 

 

 

περί τής αυτοκτονίας

 

 

περιδιάβαση προς τόν τάφο του στα πυρηναία (επάνω στην πλάκα έχει γραφτεί
η φράση του (από τίς «θέσεις για τήν έννοια τής ιστορίας»,
VII )) : «δεν υπάρχει
κανένα στοιχείο τού πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα και στοιχείο τής βαρβαρότητας»

es ist niemals ein Dokument der Kultur, ohne zugleich ein solches
der Barberei zu sein (Geschichtsphilosophische Thesen)

 

 

 

φιλμάκια για τό δοκίμιο τού μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή
τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του»

 

 

 

 

 

 

 

 

σύνδεσμοι

ολόκληρο τό «πρωτόκολλο» (στα αγγλικά) για τά πειράματα με χασίς όπιο και μεσκαλίνη που έκαναν (1927 – 1934) ο μπένγιαμιν και οι φίλοι του, μεταξύ τών οποίων ήταν και ο άλλος γερμανός φιλόσοφος ernst bloch 
μια σελίδα για τόν μπένγιαμιν
διεθνής εταιρεία μπένγιαμιν
ο μπένγιαμιν στη wiki ελληνικά, και αγγλικά
βιβλία τού μπένγιαμιν μεταφρασμένα στα ελληνικά
μία μελέτη περί τού βιβλίου στα αγγλικά («Hashish in Berlin : an Introduction to Walter Benjamin’s Uncompleted Work On Hashish») 
για τό βιβλίο επίσης ανάρτηση εδώ

 

 

 

τμήμα τού προλόγου από τήν αγγλική έκδοση τού βιβλίου :

 

  

  

 

  

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com.